Η έρευνα χωρίζεται σε δύο μέρη. Το πρώτο τμήμα της απαρτίζεται από 5 κεφάλαια, τα Συμπεράσματα και ένα Παράρτημα 5 πινάκων. Στο Κεφάλαιο 1 («Η επικαιρική κριτική») επιχειρείται ο προσδιορισμός του όρου της λογοτεχνικής κριτικής και ο διαχωρισμός των ειδών της μέσω μιας διαχρονικής θεώρησής της. Εστιάζοντας στο είδος της επικαιρικής λογοτεχνικής κριτικής, που αποτελεί και το αντικείμενο της διατριβής, επιχειρείται να διερευνηθεί η συμβολή και ο ρόλος του κριτικού που αντιπροσωπεύει αυτό το είδος, τόσο μέσα από τη διεθνή βιβλιογραφία (καθώς το θέμα απασχόλησε, όπως θα διαπιστωθεί, πλήθος μορφών της παγκόσμιας πνευματικής σκηνής) όσο και –κυρίως– μέσα από τις συζητήσεις που έλαβαν χώρα στον ελληνικό πνευματικό χώρο. Ο διάλογος γύρω από το θέμα της κριτικής και την κρίση της είναι, όπως θα διαπιστωθεί, διαχρονικός και ιδιαίτερα εκτενής, οπότε στόχος του πρώτου κεφαλαίου είναι μέσα από την εποπτική ιστορική επισκόπηση να αποκαλυφθούν οι βασικότερες πτυχές του.

Στο Κεφάλαιο 2 («Τα σημειώματα λογοτεχνικής κριτικής στη Νέα Εστία») εξετάζεται μια σειρά από ζητήματα που αφορούν τη θέση της στήλης στο περιοδικό, τη σταθερότητά της, τη δομή της, την έκτασή της, καθώς επίσης τη μορφή των κριτικών σημειωμάτων κ.ά. Διερευνώνται επίσης τα προγραμματικά σημειώματα των διευθυντών, οι αρχές άσκησης της κριτικής όπως καταγράφονται σε αυτά, αλλά και οι αντιδράσεις που προκαλούν. Τόσο οι αρχές άσκησης της κριτικής, όσο και τα ίδια τα σημειώματα γίνονται αφορμή, όπως θα διαπιστωθεί, για διαμαρτυρίες, αντεγκλήσεις, αλλά και εποικοδομητικές συζητήσεις γύρω από ποικίλα θέματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας και καθώς η Νέα Εστία κατέχει την πρωτοκαθεδρία των λογοτεχνικών περιοδικών ο ρόλος των βιβλιοκρισιών της αποκτά, όπως φαίνεται, καθοριστική σημασία στη διεξαγωγή του διαλόγου. Στην τελευταία ενότητα του κεφαλαίου αξιοποιούνται οι επιστολές που εντοπίστηκαν στα αρχεία των Χάρη και Καραντώνη, καθώς περιλαμβάνουν, ως επί το πλείστον, τις αντιδράσεις των κρινόμενων συγγραφέων στην ασκούμενη κριτική, άλλοτε με τη μορφή παραπόνων και άλλοτε ευχαριστιών.

Στο Κεφάλαιο 3 («Τα πρόσωπα της κριτικής») συντελείται η σταδιακή μετάβαση στην αναλυτικότερη προσέγγιση των βιβλιοκριτικών σημειωμάτων μέσω των προσώπων που τα συντάσσουν. Αφού αναφερθούν έτσι οι συνεργάτες της στήλης (τακτικοί και έκτακτοι κριτικοί) γίνεται προσπάθεια να αναλυθούν τα βασικά χαρακτηριστικά των σημειωμάτων των τακτικών μόνο συνεργατών, επιχειρείται δηλαδή μια ανάδειξη της τυπολογίας των κριτικών σημειωμάτων. Δίνεται έμφαση σε δύο βασικούς άξονες, στη μεθοδολογία του κάθε κριτικού και στο προσωπικό του ύφος που τον διαχωρίζει από τους υπόλοιπους. Στόχος του κεφαλαίου είναι συνεπώς μια πρώτη προσέγγιση των προσώπων της κριτικής της Νέας Εστίας βασισμένη στη δομή των σημειωμάτων τους, στη μέθοδο και στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που παρουσιάζουν.

Στο κεφάλαιο 4 («Μια ιστορία της κριτικής πρόσληψης»), επιχειρείται η βαθύτερη διείσδυση στην πνευματική προσωπικότητα των κριτικών του περιοδικού, προκειμένου να διερευνηθούν τα αισθητικά και ιδεολογικά τους χαρακτηριστικά, εκείνα δηλαδή που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη διατύπωση των κρίσεων. Ο στόχος του κεφαλαίου καθίσταται έτσι διττός: από τη μια η σκιαγράφηση των «πορτραίτων» των κριτικών με βάση τα στοιχεία εκείνα που συντέλεσαν στην διαμόρφωση των αισθητικών και ιδεολογικών τους πιστεύω, και από την άλλη η συγκρότηση μιας εποπτικής ιστορίας της κριτικής πρόσληψης των κυριότερων συγγραφέων των ελληνικών γραμμάτων. Η επιλεγείσα για το κεφάλαιο αυτό χρονολογική (με βάση το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ανέλαβαν τη θέση του τακτικού κριτικού-συνεργάτη) προσέγγιση των κριτικών, μέσω της εστίασης στα βιβλιοκριτικά τους σημειώματα στο κεφάλαιο, παρέχει, εκτός των άλλων, μια εικόνα της υποδοχής αντιπροσωπευτικών συγγραφέων και των λογοτεχνικών ρευμάτων που εκπροσωπούν στον χώρο της ποίησης και της πεζογραφίας, κατά το χρονικό άνυσμα των 60 ετών, δηλαδή σε περιόδους κρίσιμων ιστορικοπολιτικών συγκυριών και ποικίλων καλλιτεχνικών τάσεων. Επιμέρους θέματα που αναδεικνύονται είναι οι διαφοροποιήσεις ή μη των κριτικών του ίδιου χρονικού διαστήματος σε ιδεολογικό και αισθητικό επίπεδο και η στάση που τήρησαν μέσω της κριτικής τους στις κρίσιμες ιστορικές συνθήκες και στην αποτύπωση αυτών στη λογοτεχνία.

Τέλος, στο Κεφάλαιο 5 («Eυστοχίες και αστοχίες της λογοτεχνικής κριτικής της Νέας Εστίας στη διαχρονία») με βάση την προηγηθείσα διερεύνηση των αισθητικών και ιδεολογικών κριτηρίων των συνεργατών κατά την άσκηση της κριτικής τους, εξετάζεται η ευρύτερη στάση της Νέας Εστίας απέναντι σε ποικίλα ανακύπτοντα ζητήματα. Μεταξύ αυτών η υποδοχή νεοεμφανιζόμενων συγγραφέων που καθιερώθηκαν με τα χρόνια στον λογοτεχνικό κανόνα, η στάση της απέναντι σε καθιερωμένες –τον καιρό άσκησης της κριτικής– μορφές της λογοτεχνίας, επίσης απέναντι σε καλλιτεχνικές πρωτοπορίες και μια σειρά επιμέρους παρουσιαζόμενων θεμάτων, όπως αυτό τη στρατευμένης τέχνης κ.ά. Οι ευστοχίες και αστοχίες της στήλης θα οδηγήσουν στην εξαγωγή συμπερασμάτων για τη συμβολή του περιοδικού στην εξέλιξη της νεοελληνικής λογοτεχνικής κριτικής.

Στην τελική ενότητα των Συμπερασμάτων παρουσιάζονται οι βασικές διαπιστώσεις που προκύπτουν από τα ερευνητικά ερωτήματα που τέθηκαν σε κάθε κεφάλαιο της διατριβής. Επιπλέον, ελέγχεται η επίτευξη των κεντρικών στόχων και επισημαίνονται τα όρια της συνεισφοράς του πονήματος στην έρευνα.      

Στο Παράρτημα της εργασίας περιλαμβάνονται, όπως ήδη αναφέρθηκε, πέντε πίνακες που συγκεντρώνουν αριθμητικά δεδομένα [ο Πίνακας 1 περιλαμβάνει τον μέσο όρο σελίδων της στήλης ανά δεκαετία· ο Πίνακας 2 τον αριθμό των κριτικών σημειωμάτων ανά έτος· ο Πίνακας 3 τον αριθμό κριτικών σημειωμάτων ανά κριτικό, για τους τακτικούς κριτικούς του περιοδικού· ο Πίνακας 4 τον αριθμό των κρινόμενων βιβλίων ανά κριτικό, για τους τακτικούς κριτικούς του περιοδικού· ο Πίνακας 5 τον αριθμό των κρινόμενων βιβλίων ανά είδος (ποίηση, πεζογραφία και μελέτες για πρόσωπα και θέματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας)] που προέρχονται από την επεξεργασία του αποδελτιωμένου περιεχομένου των υπολογιστικών φύλλων και ενισχύουν, όπως θα διαπιστωθεί, την αναμφίβολη αξία της στήλης των βιβλιοκρισιών του περιοδικού, την προσφορά των διευθυντών και των συνεργατών του, δικαιώνοντας τήν επί σειρά ετών αδιάκοπη παρουσία της που την καθιστά πολύτιμο ερευνητικό εργαλείο για την εξαγωγή πολλαπλών και πολύπλευρων συμπερασμάτων. Δικαιώνει πρωτίστως την αντίληψη των διευθυντών για τον ρόλο του κριτικού «να μεσολαβεί με ευφυία και στιλ ανάμεσα στο έργο και στο κοινό του»,[1] όπως  σημειώνει και ο Ντάνιελ Μέντελσον ενενήντα περίπου χρόνια μετά την ίδρυση της Νέας Εστίας.


Το δεύτερο μέρος περιλαμβάνει αποδελτιωμένο το σύνολο των βιβλιοκριτικών σημειωμάτων του περιοδικού από το 1927 έως το 1987 (σε υπολογιστικά φύλλα, με το πρόγραμμα excel). Το τμήμα αυτό (έκτασης περίπου 200 σελίδων) διατίθεται σε ηλεκτρονική μορφή. Ο προαναφερόμενος τρόπος ταξινόμησης του υλικού (ανά τεύχος, συντάκτη του κριτικού σημειώματος, του κρινόμενου συγγραφέα, του τίτλου του κρινόμενου βιβλίου, του είδους του και των σελίδων που καταλαμβάνει το σημείωμα στο τεύχος) έχει στόχο ο κατάλογος των βιβλιοκρισιών να είναι όσο το δυνατό περισσότερο εύχρηστος, καθώς επίσης και να αποτυπώνει με ακρίβεια την καταγραφή τους. Έτσι, διατηρήθηκαν επακριβώς τόσο τα ονόματα των κριτικών (όπως θα αναφερθεί, κατά την περίοδο του Ξενόπουλου ο τρόπος υπογραφής τους διαφέρει από την περίοδο συνδιεύθυνσης με τον Χάρη και εξής), όσο και η ορθογραφία των τίτλων των κρινόμενων βιβλίων. Σε περιπτώσεις φανερών τυπογραφικών λαθών διορθώθηκε η ορθογραφία, καθώς επίσης σε σπάνιες περιπτώσεις παράλειψης της υπογραφής του κριτικού, προστέθηκε όταν η ταύτιση ήταν αναμφίβολα ορθή. Από τους πίνακες μπορεί ο χρήστης να εξαγάγει συμπεράσματα και αριθμητικά δεδομένα για μια σειρά επιμέρους θεμάτων, μεταξύ των οποίων για το διάστημα συνεργασίας του κάθε κριτικού με το περιοδικό, τη συχνότητα σύνταξης σημειωμάτων, τον αριθμό τους, ακόμα και τη μορφολογία τους (έτσι, προκειμένου να αποτυπωθεί η μορφή εκείνη του σημειώματος στο οποίο περιλαμβάνονται περισσότερα του ενός κρινόμενα βιβλία, τα ονόματα των κρινόμενων συγγραφέων καθώς και οι τίτλοι των βιβλίων τοποθετούνται παρατακτικά στο ίδιο κελί) την έκτασή τους, καθώς και την έκταση της στήλης σε κάθε τεύχος ελέγχοντας παράλληλα τις μεταβολές των παραπάνω (και άλλων) στοιχείων μέσα στον χρόνο.



Αναφορές

[1] Ντάνιελ Μέντελσον, «Το μανιφέστο ενός κριτικού», The Athens Review of books, τχ. 69 (Ιανουάριος 2016) 37.