Σύμφωνα με τους αρχικούς στόχους που τέθηκαν στην παρούσα διατριβή, στα κεφάλαια που προηγήθηκαν επιχειρήθηκε να αναδειχθεί η σημασία της στήλης των σημειωμάτων λογοτεχνικής κριτικής της Νέας Εστίας στη διάρκεια τού υπό εξέταση χρονικού διαστήματος των εξήντα ετών, από το 1927 έως και το 1987.
Η αξία του είδους της επικαιρικής κριτικής, και άρα της προσφοράς του κριτικού της τρέχουσας λογοτεχνικής παραγωγής, τόσο στον διεθνή όσο και στον ελλαδικό πνευματικό χώρο καθιστά τη μελέτη των βιβλιοκρισιών του μακροβιότερου ελληνικού λογοτεχνικού περιοδικού ιδιαιτέρως σημαντική. Η σταθερή παρουσία της στήλης ακόμα και στη διάρκεια κρίσιμων ιστορικοπολιτικών συγκυριών που επηρέαζαν τη διαμόρφωση των διαφορετικών τμημάτων του περιοδικού, ο διαρκής σχολιασμός των αντιδράσεων που αυτή προκαλούσε, καθώς και η επαναλαμβανόμενη διατύπωση των αρχών άσκησης της κριτικής μέσα από τη στήλη, ζητήματα που εξετάστηκαν στο κεφάλαιο 2, αποδεικνύουν τη σπουδαιότητα που της απέδιδαν οι ίδιοι οι διευθυντές της Νέας Εστίας. Επιπλέον στοιχείο που ενισχύει την παραπάνω θέση είναι η επιλογή του βασικού πυρήνα των συνεργατών κριτικών. Την αρχική επιλογή του Ξενόπουλου για την ανάθεση της στήλης σε νέους αλλά όχι άπειρους στην άσκηση αυτού του είδους κριτικής, συνεργάτες, ακολούθησε και ο Χάρης. Η ενίσχυση μάλιστα της ομάδας των τακτικών κριτικών, με την προσθήκη περισσότερων και έμπειρων προσώπων, καθώς και ο διαχωρισμός της παρακολούθησης των νέων εκδόσεων με δύο ξεχωριστές στήλες –αυτή της απλής αναγγελίας ή καταγραφής των νέων βιβλίων και την καθιερωμένη των βιβλιοκρισιών– φανερώνει τη σημασία της συστηματικής και συνεπούς καταγραφής και κριτικής των λογοτεχνικών έργων για τον διευθυντή του περιοδικού. Ο ίδιος άλλωστε, ως ένας από τους πολυγραφότερους βιβλιοκριτικούς από τη στήλη της Νέας Εστίας, δεν παύει να εκφράζει τη θέση του για την αξία του επικαιρικού κριτικού λόγου και για την ισοτιμία της κριτικής και της τέχνης ως εκδηλώσεις ύψιστης πνευματικής δημιουργίας. Οι κριτικοί του περιοδικού, επηρεαζόμενοι αναμφίβολα από τις ήδη διαμορφωμένες αισθητικές και ιδεολογικές αντιλήψεις τους, κλήθηκαν να αξιολογήσουν έργα και συγγραφείς που δεν έρχονταν πάντα σε συμφωνία με αυτές. Το αποτέλεσμα ξεπερνά σε αρκετές περιπτώσεις τις προσδοκίες του ερευνητή, καθώς φάνηκε ότι η ασκούμενη κριτική δεν στράφηκε εναντίον ιδεολογικά αντιτιθέμενων τάσεων, αλλά επικεντρώθηκε στην αξία του έργου των κρινόμενων δημιουργών. Με έμφαση στην αισθητική εντύπωση, λοιπόν, οι συνεργάτες του περιοδικού εκτίμησαν την αξία πολλών από τους συγγραφείς που επρόκειτο να καταλάβουν σημαντική θέση στον ελληνικό πνευματικό χώρο, έστω κι αν οι αισθητικές προτιμήσεις τους διέφεραν. Μέσα από την ανάλυση των περιπτώσεων που παρουσιάστηκαν στο κεφάλαιο 5, διαπιστώθηκε ότι μια σημαντική μερίδα των βασικότερων εκπροσώπων των ελληνικών γραμμάτων αξιολογήθηκε θετικά, χωρίς ωστόσο να απουσιάζουν εντελώς οι περιπτώσεις εκείνων που δεν παρουσιάστηκαν ούτε αξιολογήθηκαν επαρκώς από τη στήλη των βιβλιοκρισιών της Νέας Εστίας. Πρόκειται κυρίως, όπως διαπιστώθηκε, για συγγραφείς της μετεμφυλιακής μεταπολεμικής περιόδου, καθώς και της μεταπολιτευτικής.
Στα χρόνια αυτά οι εξελίξεις φαίνεται να ξεπερνούν το περιοδικό, το οποίο εξακολουθεί να επικεντρώνεται περισσότερο στους εκπροσώπους παλιότερων λογοτεχνικών γενεών, και ιδίως της γενιάς του 1930, παραμερίζοντας –αλλά όχι αγνοώντας– το έργο των νεότερων δημιουργών. Τη στάση αυτή σχολιάζουν και συνεργάτες του ίδιου του περιοδικού, όπως ο επί σειρά ετών κριτικός της Δ. Κ. Παπακωνσταντίνου, ο οποίος στο σημείωμά του για το βιβλίο του Χάρη Συνομιλίες με φίλους [τχ. 1447 (15.10.1987)] παρατηρεί χαρακτηριστικά:
Η Νέα Εστία σε κάθε εποχή έχει τους άμεσους συνεργάτες της, στην ποικιλία των πνευματικών ενασχολήσεών τους, τους φίλους και τους γνωστούς του διευθυντή της, συγκεντρώνει όμως και ένα εκλεκτό επιτελείο από άξιους άγνωστους συνήθως και συνοδεύεται από πολλούς άλλους που διανύουν τα πρώτα ελπιδοφόρα τους βήματα. Η έννοια της προγραμματισμένης «κλίκας» με την εμετική προβολή ελαχίστων, με τον συνειδητό αποκεφαλισμό ή τον συνωμοτικό, εν ζωή, ενταφιασμό πνευματικών δημιουργών δεν συναντώνται στις σελίδες του περιοδικού. Το μόνο που θα είχε να παρατηρήσει κανείς, είναι ο τονισμός της προσφοράς της γενιάς του ʼ30, ενώ στις επόμενες υπάρχουν μερικοί αξιόλογοι πεζογράφοι και ποιητές που, μάλλον, δεν τους αναγνωρίστηκε η προσήκουσα τιμή.
Παρά τη δυναμική παρακολούθηση και τον σχολιασμό του έργου των εκπροσώπων της γενιάς του ʼ30 από τη Νέα Εστία, στόχος της παρούσας διατριβής ήταν η σφαιρική εξέταση της λογοτεχνικής κριτικής της σε όλο το χρονικό άνυσμα των εξήντα ετών, μέσω της στήλης των βιβλιοκριτικών σημειωμάτων, και όχι μόνο η εστίαση στην, κατά γενική ομολογία, συμβολή της στην ανάδειξη και καθιέρωση αυτής της γενιάς. Ωστόσο, η ανάλυση και αξιοποίηση των ποσοτικών και των ποιοτικών δεδομένων οδήγησε τελικά στην εκτενέστερη ενασχόληση με κριτικούς και έργα παλιότερων λογοτεχνικών γενεών, ως απόρροια της ίδιας της φυσιογνωμίας του περιοδικού, η οποία καθορίζεται εν πολλοίς και από τις πεποιθήσεις του ίδιου του διευθυντή του. Ο Χάρης (ο μακροβιότερος διευθυντής του) ως συγγραφέας και κριτικός εντάσσεται άλλωστε στη γενιά αυτή και παρά τις δυσκολίες που παρουσιάζει η κριτική σύγχρονών του δημιουργών (δυσκολίες που αφορούν το είδος της επικαιρικής λογοτεχνικής κριτικής εν γένει) στρέφει την προσοχή του και τις δυνάμεις του στη μελέτη του έργου της, επιλέγοντας παράλληλα ως συνεργάτες, κριτικούς αυτής της γενιάς.
Καθώς όμως η περίοδος της διεύθυνσης της Νέας Εστίας από τον Χάρη καλύπτει χρονικά και την εμφάνιση και καθιέρωση και νεότερων λογοτεχνικών γενεών, έστω κι αν η ίδια «γέρνει» προς την μεριά των παλιότερων, επιχειρήθηκε η μελέτη της υποδοχής όλων των λογοτεχνικών ρευμάτων και τάσεων, καθώς και των εκπροσώπων τους, μέχρι και το τέλος της θητείας του Χάρη, προκειμένου να τεκμηριωθούν τα συμπεράσματα για την ίση ή άνιση αξιολόγησή τους από τη στήλη της κριτικής. Για την επίτευξη του στόχου αυτού, επιχειρήθηκε καταρχάς η αναλυτική καταγραφή των κρινόμενων βιβλίων των μεταγενέστερων λογοτεχνικών γενεών στα υπολογιστικά φύλλα, προκειμένου ο ερευνητής να εξαγάγει συμπεράσματα σχετικά με την συμπερίληψή τους ή μη στη στήλη της κριτικής. Όπως αποδείχτηκε από τα αριθμητικά δεδομένα, ενώ ο αριθμός των κρινόμενων βιβλίων κατά τη διάρκεια των δεκαετιών 1950-1980 δεν μειώνεται αλλά διατηρείται σταθερός, μεγάλο μέρος καταλαμβάνουν τα σημειώματα κριτικής για έργα ή επανεκδόσεις έργων της γενιάς του ʼ30. Αν και τα αριθμητικά δεδομένα αποτελούν ένα αντικειμενικό τεκμήριο, απαραίτητη ήταν η εξαγωγή συμπερασμάτων και από τη μελέτη των συμπεριληφθέντων βιβλίων και συγγραφέων. Στο σημείο αυτό ο ερευνητής μπορεί να επιβεβαιώσει τη γενικότερη και διαχρονική στάση του περιοδικού απέναντι σε πρωτοπορίες και ιδεολογικές συνιστώσες. Μια επιφυλακτική αρχικά υποδοχή, προκειμένου να διατηρηθεί η ελάχιστη χρονική απόσταση για την επανεκτίμηση προσώπων και ποιότητας του λογοτεχνικού τους έργου, καθώς και αξιολόγηση των επιμέρους χαρακτηριστικών τους. Η διαχρονική διακύμανση μεταξύ συντήρησης και πρωτοπορίας και η αποφυγή των άκρων, κατά τη διατύπωση του ίδιου του Χάρη, μοιάζει να εφαρμόζεται σε όλη τη διάρκεια της διεύθυνσής του. Η ιδεολογική αποστασιοποίηση σε κρίσιμες ιστορικοπολιτικές συγκυρίες είναι φανερή, χωρίς ωστόσο η ιδεολογική φόρτιση έργων να είναι καθοριστική για την απουσία κριτικής τους. Συνεπώς, η εξέταση της μεταπολεμικής και μετεμφυλιακής λογοτεχνικής παραγωγής δεν αποκλείεται από το πρίσμα της κριτικής του περιοδικού, λόγω της κυριαρχίας συγκεκριμένων πρωτοποριών και ιδεολογικών τάσεων, αλλά παρουσιάζεται περισσότερο σκιαγραφική, εξαιτίας της επίμονης προσπάθειας του Χάρη και των συνεργατών του να μελετήσουν και να αξιολογήσουν σε όλο το βάθος το έργο μιας γενιάς που προσέφερε τις τελευταίες δημιουργικές της δυνάμεις στον λογοτεχνικό στίβο.
Έστω κι αν οι συγκρίσεις με άλλα περιοδικά δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας της παρούσας εργασίας –καθώς αυτή επικεντρώθηκε στην κάλυψη του ερευνητικού κενού που παρουσιάζει η αποκλειστική μελέτη της Νέας Εστίας– μια σειρά από συμπεράσματα για την αξία και τη θέση που καταλαμβάνει το περιοδικό και η στήλη των βιβλιοκριτικών σημειωμάτων του ανάμεσα σε άλλα που εμφανίστηκαν την ίδια περίοδο, μπορεί να εξαχθεί: η στήλη της κριτικής των νέων βιβλίων συγκέντρωσε, όπως διαπιστώσαμε, από πολύ νωρίς την προσοχή όλων των εκπροσώπων του πνευματικού κόσμου, προκαλώντας διαφοροποιημένες αντιδράσεις. Από τα επαινετικά σχόλια μέχρι τη διαμαρτυρία για την κριτική της στάση, γεγονός είναι ότι τα σημειώματα των κριτικών της βρέθηκαν σταθερά στο επίκεντρο πληθώρας άλλων περιοδικών, αποδεικνύοντας τη θέση που της αναγνώριζαν τόσο οι συμφωνούντες όσο και οι διαφωνούντες με τις αρχές και τον τρόπο άσκησής της. Σε περιόδους άλλωστε που το είδος της επικαιρικής κριτικής είχε ιδιαίτερη δυναμική και επηρέαζε ακόμα και την εκδοτική πορεία ενός βιβλίου, πολλοί ήταν οι συγγραφείς που θεωρούσαν πολυπόθητη την επαινετική κριτική του έργου τους από το περιοδικό.
Στη διάρκεια της μακράς πορείας της Νέας Εστίας, πολλά περιοδικά, άλλα περισσότερο και άλλα λιγότερο σημαντικά, εμφανίστηκαν, χωρίς ωστόσο κανένα να κατορθώσει να αντέξει στον χρόνο όσο εκείνη. Ακόμα κι όταν οι λογοτεχνικές εξελίξεις έμοιαζαν να την προσπερνούν, η σταθερή παρακολούθηση των νέων βιβλίων από τους κριτικούς της συγκέντρωνε την προσοχή του πνευματικού κόσμου, προκαλώντας ποικίλες αντιδράσεις, με αποκορύφωμα, όπως αναφέρθηκε, τη στάση της στην ιδεολογική πόλωση της μεταπολεμικής περιόδου και την προσκόλληση στη γενιά του ʼ30, με βασικό αντιπροσωπευτικό διαχρονικό δόγμα την απομάκρυνση από τη στρατευμένη τέχνη. Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι ακόμα και νεότερα περιοδικά που ασκούσαν κριτική την περίοδο 1945-1967 και επεφύλαξαν ιδιαίτερη θέση στους ποιητές της πρώτης και δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς, συντάσσονταν, με την επιλογή της Νέας Εστίας για την υποστήριξη μιας τέχνης αυτόνομης. Ενδεικτικά αναφέρονται τα περιοδικά Κοχλίας (1945-1948) και αργότερα η Διαγώνιος (1958-1983) και οι Εποχές (1963-1967), τα οποία «επιχειρούν να αποστασιοποιηθούν από την ιδεολογική πόλωση της εποχής, με τις επιλογές των κριτικών να παραπέμπουν σε μια σύλληψη της τέχνης ως διαδικασίας ανεξάρτητης από ιδεολογικές εμπλοκές»,[1] κατά τις αρχές της Νέας Εστίας.
Συνεπώς, η σταθερή αντίληψη του Χάρη (ως συνέχεια της αντίστοιχης του Ξενόπουλου) για την ισοτιμία λογοτεχνικής κριτικής και τέχνης και για την αυτονομία και των δύο από ιδεολογικές συνιστώσες, δεν οδήγησε το περιοδικό και την κριτική του στήλη σε απομόνωση, αλλά απεναντίας στη διατήρηση της εξέχουσας θέσης του ανάμεσα σε νεοφανή και παλιότερα λογοτεχνικά περιοδικά, είτε αυτά ακολούθησαν διαφορετική είτε παρόμοια αντίληψη. «Το πολυσυλλεκτικό αυτό περιοδικό καθόρισε εν πολλοίς, με τις αναδρομές και τις προβολές του, τον νεοελληνικό λογοτεχνικό κανόνα και αποτύπωσε στις σελίδες του την ιστορία της λογοτεχνίας μας του εικοστού αιώνα»,[2] σημειώνει εύστοχα ο Καρτσάκης. Παρόλο που η παρούσα διατριβή είχε ως αντικείμενο μελέτης τη στήλη των βιβλιοκρισιών της Νέας Εστίας, απέδειξε την ευρύτερη θέση και σημασία της ως καθοριστικού φορέα εξελίξεων στην πνευματική σκηνή, αλλά και ως πολύτιμου δείκτη των πρώτων αντιδράσεων, της υποδοχής δηλαδή συγγραφέων και έργων.
Η ολοκληρωμένη μελέτη ενός τόσο σημαντικού λογοτεχνικού περιοδικού δεν εξαντλείται ασφαλώς στην καταγραφή και έρευνα της κριτικής του, μέσω της στήλης των βιβλιοκρισιών του. Η προσπάθεια αποτέλεσε ένα πρώτο βήμα για την περαιτέρω μελέτη και άλλων τμημάτων του περιοδικού, προκειμένου να τεκμηριωθεί σε όλο το βάθος η σημασία και η προσφορά του. Η αναλυτική καταγραφή του συνόλου των κριτικών σημειωμάτων λογοτεχνικών βιβλίων, κατά τη διεύθυνση Ξενόπουλου και Χάρη, και τα συμπεράσματα που προέκυψαν από τη μελέτη τους, φιλοδοξούν να αποτελέσουν χρήσιμο εργαλείο για τον ερευνητή της ιστορίας της νεοελληνικής λογοτεχνίας, καθώς το ίδιο το είδος της επικαιρικής κριτικής επιτελεί αυτόν τον σκοπό, αποτελώντας την πρώτη ύλη για τη λογοτεχνική έρευνα.
Αναφορές
[1] Καρτσάκης, Μεταπολεμική κριτική και ποίηση, ό.π. (σημ. 1), σ. 145.
[2] Ό.π., σ. 58.