Το χρονικό διάστημα 1920-1940 χαρακτηρίζεται αναμφίβολα στην ελληνική πνευματική ζωή ως μια περίοδος «ευφορίας του κριτικού λόγου και ειδικότερα προβληματισμού της κριτικής γύρω από την έννοια της ίδιας της κριτικής».[1] Η ίδρυση των εδρών της νεοελληνικής φιλολογίας –στην Αθήνα το 1925 (Βυζαντινή και Νεοελληνική Φιλολογία, για την ακρίβεια) και στο νεοϊδρυθέν πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης το 1926– ευνόησε την προώθηση του διαλόγου γύρω από μια σειρά ζητημάτων σχετικών με τη φύση, τον προορισμό της, καθώς και τον διαχωρισμό των ειδών της. Σύμφωνα με ορισμένους μελετητές η ανάδειξη της νέας μορφής κριτικής (της φιλολογικής), ερχόταν σε σύγκρουση με την εξωπανεπιστημιακή, καθώς τα δικά της θεμέλια παρουσιάζονταν αντικειμενικά σε αντίθεση με τον υποκειμενισμό της επικαιρικής κριτικής. Η Βενετία Αποστολίδου επισημαίνει χαρακτηριστικά:


Η ιστορία της νεοελληνικής κριτικής δεν μπορεί παρά να αντιμετωπίσει ερωτήματα που αφορούν στη συγκρότηση της επιστήμης της νεοελληνικής φιλολογίας. […] Το συνολικότερο ζήτημα της θεμελίωσης της πανεπιστημιακής φιλολογίας πάνω στην αντίθεσή της με την κριτική της λογοτεχνίας δεν αποτελεί μια ελληνική πρωτοτυπία. Ο Gerald Graff, μελετώντας τη θεμελίωση της νεότερης φιλολογίας στα αμερικανικά πανεπιστήμια, παρατηρεί ότι  στην περίοδο του μεσοπολέμου συγκρούονται δύο αντιθετικά μοντέλα, του επιστήμονα φιλολόγου και του κριτικού, σύμφωνα με τα οποία, στον πρώτο αποδίδονται η έρευνα, η αντικειμενικότητα, η επιστημονική εξειδίκευση ενώ στον δεύτερο η εκτίμηση, η αξιολόγηση και η γενική πολιτισμική εγρήγορση και ενημέρωση.[2]

 

Ως επιπρόσθετα στοιχεία που ευνόησαν την ανάπτυξη της λογοτεχνικής κριτικής στις αρχές του εικοστού αιώνα, αναγνωρίζουν οι μελετητές το «καταλάγιασμα του πολέμου για τη γλώσσα καθώς και της διαμάχης ανάμεσα στην παράδοση και τα νέα μηνύματα που φτάνουν από την Ευρώπη».[3] Ενδεικτικό τoυ αυξημένου ενδιαφέροντος για την «κριτική της κριτικής»[4] είναι το γεγονός ότι τη δεκαετία του 1930 δύο λογοτεχνικά περιοδικά, οι Μακεδονικές Ημέρες και το Ξεκίνημα, διεξήγαγαν έρευνα σχετική με τη θέση της στην ελληνική πνευματική ζωή, με συμμετέχοντες ορισμένους από τους σημαντικότερους εκπροσώπους των ελληνικών γραμμάτων, οι περισσότεροι εκ των οποίων ήταν υπεύθυνοι για την κριτική μέσα από τις στήλες λογοτεχνικών περιοδικών κι εφημερίδων της εποχής.

Μέσα από την έρευνα των Μακεδονικών Ημερών, με τίτλο: «η θέση της κριτικής στην Ελλάδα»,[5] αποτυπώνεται καταρχάς η κυριαρχία –στις αρχές της δεκαετίας του 1930 τουλάχιστον– της βιβλιοκρισίας ως υπο-είδος του γένους της λογοτεχνικής κριτικής. Έτσι, τόσο ο Άγρας, όσο και ο Κοτζιούλας διευκρινίζουν με τις απαντήσεις τους πως η υπάρχουσα μορφή κριτικής στην Ελλάδα (και για κάποιους η μοναδική) είναι κατά βάση η βιβλιοκρισία: ο Άγρας σημειώνει χαρακτηριστικά: «Πρώτα-πρώτα λέγοντας κριτική, φυσικά, εννοείτε τη βιβλιοκρισία και τη θεατρική κριτική. Πολύ τους πηγαίνει βέβαια τόσο σοβαρό όνομα».[6] Αντίστοιχα, και ο Κοτζιούλας, αναγνωρίζοντας την κριτική ως «νεόφαντο» κλάδο της φιλολογίας, παρουσιαζόμενος ωστόσο μόνο με τη μορφή των βιβλιοκρισιών, επισημαίνει τα μειονεκτήματα αυτού του τύπου ως εξής:  


Δεν είναι δύσκολο να παρατηρηθεί πως στον τόπο και στην εποχή μας η κριτική, ο νεόφαντος αυτός κλάδος της φιλολογίας παρουσιάζεται μονάχα με τη μορφή της κριτικής των βιβλίων. Οι ορισμένοι –μόλις πεντέξι τεχνοκρίτες– που έτυχε να βρεθούν κι εδώ, καλλιεργητές ενός είδους πολύ εκλεκτού για την Ελλάδα που έχει ανάγκη ακόμα από προϊόντα πρώτης ανάγκης, ασκούν τον έλεγχό τους μονάχα πάνω σε βιβλία. […] Με τη μέθοδο της βιβλιοκρισίας, παρακολουθούνται τακτικά οι σύγχρονες εκδόσεις, αλλά παραμερίζονται και βυθίζονται στην αφάνεια χρονικές περίοδες με αφάνταστα, συχνά, φιλολογικά ενδιαφέροντα.[7] 

   

Στην έρευνα του περιοδικού Ξεκίνημα,[8] η αρχική ερώτηση («Νομίζετε πως υπάρχει σήμερα στην Ελλάδα κριτική, ικανή να δώσει την πραγματική αξία και θέση σ’ ένα έργο Ελληνικό που πρωτοφανερώνεται»;) είναι προσανατολισμένη, όπως φαίνεται, στο είδος της βιβλιοκρισίας, με τους συμμετέχοντες άλλοτε να μέμφονται τους βιβλιοκριτικούς (π.χ., Γαλάτεια Καζαντζάκη) και άλλοτε να τους υπερασπίζονται, θεωρώντας ότι ιδιαίτερα οι νέοι έχουν σημειώσει σημαντική εξέλιξη.

Χαρακτηριστική είναι η άποψη του θεατρικού συγγραφέα Δημ. Μπόγρη, ο οποίος κινούμενος στη συνηθισμένη αντίληψη εκείνων που βλέπουν την κριτική ως καταφύγιο των αποτυχημένων λογοτεχνών, εκφράζει την πεποίθησή του ότι την υπάρχουσα κατάσταση θα αλλάξουν οι νέοι, ως ικανότεροι να αντιληφθούν την αξία μοντέρνων και πρωτοποριακών έργων.   


Η κριτική εξελίσσεται και αποκτά περισσότερη συνείδηση. Το επάγγελμα, δυστυχώς, του κριτικού είχε παραγνωριστεί στην Ελλάδα. Κατέφευγαν, συνήθως όλοι οι αποτυχημένοι δημιουργοί. Σήμερα, οι νέοι, μπορούν, κατά τη γνώμη μου, να κρίνουν καλύτερα ένα πρωτοποριακό έργο. Άλλωστε ποια σχέση μπορούν να έχουν οι περισσότεροι των σημερινών κριτικών –άνθρωποι δηλαδή ζυμωμένοι με το παρελθόν και προπαντός αποτυχημένοι- με τους ζωντανούς σημερινούς νέους; Ελπίζω ότι η Ελλάς θ’ αποκτήσει, πολύ σύντομα, από τις τάξεις των νέων, μια κριτική αντάξια της μεγάλης και δημιουργικής εποχής μας.[9]    

 

Κατ’ αντιστοιχία, συνεπώς, με την προηγηθείσα (κατά εικοσιπέντε με τριάντα χρόνια) αναγνώρισή της στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, στον ελληνικό μεσοπόλεμο[10] η κριτική διεκδίκησε την αναγνώρισή της με επανερχόμενο κεντρικό δίπολο και σ αυτή την περίπτωση, εκείνο του κριτικού ως δημιουργού, ή ως αποτυχημένου συγγραφέα και προσώπου που δεν έχει καμία σχέση με την τέχνη. «Εφόσον», όπως σημειώνει και ο Δημήτρης Τζιόβας, «λείπουν ιστορίες της νεοελληνικής κριτικής και η συστηματική της μελέτη χρονίζει, είναι αναγκαίο να προσεγγίζουμε την κριτική του δέκατου ένατου και του εικοστού αιώνα συνολικά και εποπτικά».[11] Εκτός από τις δύο προαναφερόμενες έρευνες, ο διάλογος για την κριτική τη δεκαετία του 1930 επεκτάθηκε σε ποικίλα και πολυάριθμα περιοδικά κι εφημερίδες, μεταξύ των οποίων και στη νεοϊδρυθείσα Νέα Εστία. Από τις στήλες των βιβλιοκριτικών της σημειωμάτων κάνουν την εμφάνισή τους ορισμένοι από τους σημαντικότερους κριτικούς της περιόδου, όπως θα διαπιστωθεί και στη συνέχεια, οι οποίοι τοποθετούνται σε ζητήματα σχετικά με τον ρόλο τους, την αποστολή τους, καθώς εν τέλει και την αξία της προσφοράς τους.   

Αξίζει να σημειωθεί ότι στη διάρκεια της προσπάθειας αυτοπροσδιορισμού της ελληνικής κριτικής εκτός από το ότι ο ημερήσιος και περιοδικός τύπος γινόταν πεδίο και φορέας διαλόγου, φιλοξενούσε επίσης άρθρα για την κριτική ξένων εκπροσώπων της, παρακολουθώντας επιπλέον τις συζητήσεις για την εξέλιξή της. Από την παρακολούθηση των συζητήσεων στον περιοδικό και ημερήσιο τύπο, προκύπτουν τα εξής συμπεράσματα: μέσα από τις συγκρούσεις για τις διαφορετικές μορφές κριτικής, κοινή είναι η διαπίστωση ότι η κυρίαρχη μορφή, έως τις πρώτες τουλάχιστον δεκαετίες του 20ού αιώνα, είναι η κριτική σημειωματογραφία για τα νέα βιβλία, όπως αυτή ασκείται συστηματικά από τις στήλες των λογοτεχνικών περιοδικών και των εφημερίδων. Ως περίοδο τακτικής εμφάνισης του είδους αυτού αρκετοί μελετητές ορίζουν την ακμή των Παναθηναίων. Έτσι, ο Άγρας σημειώνει, σε άρθρο του στη Φιλολογική Κυριακή:


Οι νεαρότεροι που διαβάζουν αυτές τις γραμμές, πρέπει βέβαια να ξέρουν ότι συστηματική κριτική δεν υπάρχει και στην Ελλάδα, παρά με τον Κωστή Παλαμά και, ολίγο αργότερα με τον Ξενόπουλο. Αλλ’ η τακτική παρακολούθηση του βιβλίου από ορισμένους ειδικούς είναι φαινόμενο εντελώς χθεσινό, εντελώς πρόσφατο –και πιστεύω σύγχρονο με τα Παναθήναια του Μιχαηλίδη, αφ’ ότου έφθασαν την μεγάλη τους ακμή δηλαδή κατά το 1906 και εξής.[12] 

 

Ένας από τους λόγους για την επικράτηση αυτού του είδους κριτικής θεωρείται από τους συμμετέχοντες στον διάλογο, η οικονομική κατάσταση και οι δυσκολίες με τις οποίες έρχονταν αντιμέτωποι οι ασχολούμενοι με τη λογοτεχνική κριτική συγγραφείς. Όπως σημειώνει ο Τάκης Καγιαλής: «Ο Παράσχος παρατηρούσε το 1930 ότι “η κριτική περιορίζεται κατ’ ανάγκη στην καθημερινή των εφημερίδων και στην όχι λιγότερο καθημερινή επίσης, όσον αφορά το ποιόν, των περιοδικών”», καταλήγοντας στο ότι «κριτικά βιβλία δεν εκδίδονται στην Ελλάδα για τους ίδιους λόγους που δεν εκδίδονται και αρκετά μυθιστορήματα: υλικούς».[13] Το περιορισμένο αναγνωστικό και αγοραστικό κοινό της λογοτεχνίας αναδεικνύεται σε έναν από τους βασικούς λόγους μη έκδοσης βιβλίων κριτικής, με συνέπεια, κατά πολλούς, την κυριαρχία του είδους της βιβλιοκρισίας.  

Η κριτική αυτού του είδους παρουσιάζει βεβαίως πολλά από τα ελαττώματα που είχαν ήδη επισημανθεί στις αντίστοιχες συζητήσεις των υπόλοιπων ευρωπαϊκών χωρών, με κυριότερο τον υποκειμενισμό που της καταλογίζει η πλειοψηφία των συμμετεχόντων. Αρνητική είναι συνεπώς η αξιολόγηση της επικαιρικής κριτικής καθώς και των εκπροσώπων της, ενώ οι αντιδικίες κριτικών και κρινόμενων γνωρίζουν κατά διαστήματα κορυφώσεις, οι οποίες προκαλούν εκ νέου συζητήσεις και αμφισβήτηση των κριτηρίων της.[14] Συνηθισμένη είναι η διατύπωση της αντίληψης ότι οι κριτικοί είναι κατά βάση αποτυχημένοι συγγραφείς που «μπήκαν στο ξέφραγο αμπέλι της κριτικής κι άρχισαν ν’ αλωνίζουν ανενόχλητοι».[15]

Το ύφος των επικρίσεων εναντίον τους γίνεται συχνά ειρωνικό, αποτυπώνοντας τη διάχυτη αντίληψη της αναποτελεσματικότητας των βιβλιοκριτικών σημειωμάτων ελλείψει επιστημονικών/αντικειμενικών κριτηρίων. Ένα από τα πολυάριθμα άρθρα, ιδιαιτέρως χαρακτηριστικό για το καυστικό ύφος με το οποίο ο συγγραφέας του αποδίδει τις αδυναμίες της, είναι αυτό του Ηλία Ηλιού, Πώς γράφεται στην Ελλάδα η κριτική (1925)∙ μεταξύ άλλων επισημαίνει:


Πάντα τα γραψίματά σου να δείχνουν πως έχεις ένα ιδανικό της τέχνης πολύ ψηλό, ψηλότερο απ’ ό,τι παρουσιάζεται στα έργα που κρίνεις, γι’ αυτό, όταν παινάς ένα έργο να δείχνεις μέσα από τις φράσεις σου πως κι η συγκατάβαση κ’ η επιείκεια είναι μια από τις αφορμές που το παινάς και τα παινέματά σου δε δείχνουνε πως μένεις ικανοποιημένος από το έργο εκείνο ολότελα. Όταν πάλι κατακρίνεις άλλο έργο ν’ αφήνεις να φαίνεται η αυστηρή αγανάχτησή σου για το πόσο χαμηλά νιώθουν οι άλλοι και σέρνουν το ιδανικό της τέχνης.[16] 

 

Ωστόσο, τα διατυπωμένα παράπονα κι ο προβληματισμός δεν συνεπάγονται το αίτημα της οριστικής κατάργησης αυτού του τύπου κριτικής και της αντικατάστασής του με κάποιο άλλο. Απεναντίας, η παρακολούθηση και ο κριτικός σχολιασμός των νεοεκδοθέντων βιβλίων μέσα από τις στήλες περιοδικών κι εφημερίδων θεωρείται ως ένας παράγοντας άμεσα συνδεδεμένος με τις περιόδους άνθισης και κρίσης του λογοτεχνικού βιβλίου και ως εκ τούτου καθοριστικός για την πορεία των συγγραφέων και των έργων τους.    

Αυτό που καθίσταται έτσι ως ζητούμενο είναι αφενός η ανάδειξη νέων μορφών κριτικού λόγου (ως «έκδηλη τάση μερικών κριτικών να προσδώσουν κύρος στην εργασία τους, αποσυνδέοντάς την από την υποκειμενικότητα του προσωπικού γούστου ή από τον “ερασιτεχνισμό” και από την ιδιοτέλεια της “δημοσιογραφικής” κριτικής»)[17] αφετέρου η βελτίωση, η αναμόρφωση του είδους της επικαιρικής κριτικής. Συχνές είναι συνεπώς από την άλλη πλευρά οι αναφορές στα θετικά χαρακτηριστικά της εργασίας των κριτικών, στις δυσκολίες που καλούνται να αντιμετωπίσουν, καθώς εν τέλει και στην αξία της προσφοράς τους. Το μορφωτικό υπόβαθρο αναγνωρίζει έτσι ο Άλκης Θρύλος (σε αντιστοιχία με τους περισσότερους μελετητές που υπερασπίζονται τους κριτικούς στη διεθνή βιβλιογραφία) ως το βασικό εκείνο χαρακτηριστικό που επιτρέπει στον κριτικό την «άγρυπνη παρακολούθηση της κάθε τάσης που διαμορφώνεται», όπως χαρακτηριστικά σημειώνει:   


Η κριτική δεν είναι δογματισμός, δεν είναι δικαστήριο. Ο κριτικός δεν καταλήγει σε θετική απόφαση, σε οριστική ετυμηγορία. Η κριτική είναι συζήτηση. Μπορεί να σταθεί μια συζήτηση χωρίς επιχειρήματα; Τα επιχειρήματα αυτά θα τα δώσει η μόρφωση του κριτικού, που κι όταν δεν θα παρουσιάζεται αναγλυφικά πάντα θα διαφαίνεται μαζί με την άγρυπνή του παρακολούθηση της κάθε τάσης που διαμορφώνεται, αναπηδά κι εκκολάπτεται.[18]

 

Στις συχνότερα αναφερόμενες δυσκολίες που καλείται να αντιμετωπίσει ο κριτικός των εφημερίδων και των περιοδικών, συγκαταλέγεται η υποχρέωση να μελετήσει έργα που δεν αξίζουν την προσοχή του, «να εμβαθύνει εις έργα ρηχά, και να κρίνει -σχεδόν διαρκώς- τα ανώμαλα προϊόντα εποχής καθαρώς μεταβατικής», όπως σημειώνει ο Π. Καλογερίκος.[19] Στην υπεράσπιση της κριτικής συνηγορεί και η συχνά εκφρασμένη πεποίθηση ότι οι κριτικοί γίνονται συχνά στόχος εύκολων και άδικων πολλές φορές επιθέσεων, καθώς, όπως επισημαίνει και ο Φουσάρας:


Δεν υπάρχει μέρος σ’ ολάκερο τον κόσμο, που να μη συμβαίνει τούτο το παράδοξο. Όλοι οι συγγραφείς κάθε τόπου, λογοτέχνες και μη, φτασμένοι και πρωτόβγαλτοι, χωρίς καμιά σχεδόν εξαίρεση, αναγνωρίζουν από τη μια την κριτική σαν αυτόνομο λογοτεχνικό είδος, χρήσιμο κι απαραίτητο για την προκοπή της εθνικής τους λογοτεχνίας, μα δεν παραδέχονται απ’ την άλλη τους κριτικούς […] κι ας στέλνουνε στους κριτικούς τα τυπωμένα βιβλία τους με θερμότατες αφιερώσεις.[20]

Ο κριτικός παρουσιάζεται έτσι στον αντίποδα του απλού αναγνώστη με βασικά στοιχεία της προσωπικότητάς του το μορφωτικό επίπεδο, την εμπειρία και την ικανότητα να συνθέτει ο ίδιος. Αρκετοί είναι εκείνοι που στις τοποθετήσεις τους αναζητούν παραδείγματα κριτικών άξιων προς μίμηση, επιχειρώντας μ’ αυτόν τον τρόπο να διερευνήσουν αφενός την ιστορία του είδους στην Ελλάδα, αφετέρου να θέσουν το έργο τους ως θεμέλιο για την ανασυγκρότησή του. Συνήθως, τα πρότυπα των εργασιών των κριτικών που αναφέρονται αφορούν μονογραφίες για πρόσωπα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, και όχι βιβλιοκριτικές εργασίες. Ωστόσο, πολλοί από τους κριτικούς που παρατίθενται συνεργάστηκαν λιγότερο ή περισσότερο συστηματικά και στις βιβλιοκριτικές στήλες περιοδικών κι εφημερίδων, εμπίπτοντας έτσι και στην αμφισβητούμενη κατηγορία της δημοσιογραφικής κριτικής. Η ταύτιση κριτικής και σημειωματογραφίας γίνεται συνεπώς αναπόφευκτη και πρότυπο αυτού του τύπου κριτικού θεωρείται διεθνώς ο Sainte-Beuve. Ενδεικτική είναι η επισήμανση του Παράσχου σε άρθρο του στη Νέα Εστία, στο οποίο αναφέρει μεταξύ άλλων:

 

Τον ταυτισμό κριτικής και “σημειωματογραφίας” τον έκαμαν κατά καιρούς και άλλοι λογοτέχνες και φαίνεται ως ένα σημείο σωστός. Με άρθρα εφημερίδας ή περιοδικού εκφράζει συνήθως, σε όλα τα μέρη του κόσμου, τις γνώμες του ο κριτικός, άρθρα ήσαν και οι causeries του Sainte-Beuve, αυτό όμως δεν εμποδίζει μια αίσθηση κι ένα νου να εκφράζονται και να πραγματοποιείται ένα ύφος. Ένα πλήθος κι απ’ τους ξακουστούς στον καιρό τους, διηγηματογράφοι και μυθιστοριογράφοι, σύγχρονοι του Sainte-Beuve, κοιμούνται κάτω από τρίδιπλα στρώματα λησμονιάς, ενώ τα βδομαδιάτικα άρθρα του Sainte-Beuve τα διαβάζουν ως σήμερα ακόμα, εκατομμύρια άνθρωποι.[21] 

 

Στην ελληνική πνευματική σκηνή, και κατά το πρότυπο του Sainte-Beuve, συχνά ξεχωρίζει στις αναφορές ο Άγρας, βασικός συνεργάτης, όπως θα διαπιστωθεί και στη συνέχεια, της στήλης της κριτικής του βιβλίου της Νέας Εστίας. Ως άκρως σημαντικό αναγνωρίζεται και το κριτικό έργο του Φώτου Πολίτη από το σύνολο σχεδόν των συμμετεχόντων στον περί κριτικής διάλογο (βλ. ενδεικτικά την τοποθέτηση του Νικ. Τωμαδάκη στην έρευνα των Μακεδονικών Ημερών). Στην ίδια έρευνα ο Κοτζιούλας αναφέρεται σε κριτικούς όπως ο Αποστολάκης, ο Βάρναλης, καθώς και στον Θρύλο. Ξεχωρίζει ωστόσο τον Άγρα και τον Νικολαρεΐζη. Ανάμεσα στους νέους κριτικούς αναφέρεται και ο Θεοτοκάς. Συνεπώς, όπως επισημαίνει και ο Τζιόβας: «οι πιο γνωστοί κριτικοί υπήρξαν ποιητές, πεζογράφοι ή δοκιμιογράφοι, αν θυμηθούμε τον Πολυλά, τον Ροΐδη, τον Παλαμά, τον Ξενόπουλο, τον Παράσχο, τον Σεφέρη, τον Βάρναλη που παράλληλα με τη λογοτεχνία ασκούσαν και την κριτική».[22] Λόγω αυτής τους της ιδιότητας ο Τζιόβας διαπιστώνει ότι η άσκηση της κριτικής σήμαινε «προσωπική έκφραση, έμφυτη και πηγαία παρά συστηματική μελέτη, μεθοδική εξέταση και εκτίμηση του λογοτεχνικού κειμένου σύμφωνα με θεωρητικές αρχές».[23]  Αξίζει να σημειωθεί –με βάση και την καθολική αναγνώριση των κριτικών που προαναφέρθηκαν– ότι οι διευθυντές της Νέας Εστίας Ξενόπουλος και Χάρης, εκτός του ότι άσκησαν οι ίδιοι κριτική μέσα από τις στήλες του περιοδικού και ημερήσιου τύπου, ενεπλάκησαν επίσης στις συζητήσεις για τον αυτοπροσδιορισμό της.[24]  

Συνεπώς, παρότι η κριτική της τρέχουσας λογοτεχνικής παραγωγής στον περιοδικό και ημερήσιο τύπο ασκείται από νωρίς στην Ελλάδα (ήδη από τη δεκαετία του 1830), η περίοδος του μεσοπολέμου στάθηκε καθοριστική και αποτέλεσε μια κρίσιμη καμπή για την αυτοσυνειδησία και τον αναστοχασμό της ίδιας της λογοτεχνικής κριτικής. Το ζήτημα του ρόλου της και της προσφοράς της είναι βεβαίως διαχρονικό και επανέρχεται συχνά και κατά τη μεταπολεμική περίοδο.[25] Πολλοί από τους βασικούς κριτικούς των μεταπολεμικών χρόνων παραμένουν σταθεροί στην άσκηση των καθηκόντων τους από τις στήλες των μεσοπολεμικών περιοδικών που συνεχίζουν την πορεία τους. Ωστόσο, αλλαγές παρατηρούνται στον τρόπο άσκησης της κριτικής, καθώς όπως σημειώνει ο Καρτσάκης: 

 

Κατά τη μεταπολεμική περίοδο υποχωρεί η λεγόμενη προσωποπαγής ή εντυπωσιολογική κριτική του μεσοπολέμου, η οποία επικράτησε ώς τις αρχές της δεκαετίας του 1950, και παράλληλα αναπτύσσεται η ιδεολογικά καθορισμένη κριτική η οποία είχε προετοιμαστεί στη διάρκεια του Μεσοπολέμου. Παρά την πρόοδο αυτή, ο πρώτος τύπος κριτικής συνεχίζει να κυριαρχεί κατά τη μεταπολεμική περίοδο σε έντυπα όπως η Ελληνική Δημιουργία, Νέα Εστία, Νέα Πορεία κ.ά., και να επηρεάζει την αισθητική του αναγνωστικού κοινού.[26]

 

Με βάση τα παραπάνω διαπιστώνεται ότι η μεταπολεμική κριτική εμπλέκεται στην οξυμένη ιδεολογική αντιπαράθεση. Ωστόσο, αυτή την εποχή τα ζητήματα που την απασχολούν διαφέρουν από τα αντίστοιχα του παλιότερου αυτοπροσδιορισμού της, και αγγίζουν ως επί το πλείστον ερωτήματα σχετικά με την ελευθερία της τέχνης και της κριτικής. Ο κριτικός λόγος των περιοδικών εκφέρεται μέσα στο διχασμένο μετεμφυλιακό ελληνικό τοπίο, επηρεάζοντας αναπόφευκτα τις συζητήσεις γύρω από τον ρόλο της, με τη στράτευσή της στην πολιτική ιδεολογία να μονοπωλεί σχεδόν το ενδιαφέρον του διαλόγου. Όπως σημειώνει ο Καρτσάκης: «Η ιδεολογική και αισθητική πόλωση του μεταπολέμου αποτυπώθηκε στην κριτική ως αντιπαράθεση δεξιού και αριστερού (κατά τη σχηματική σήμανση ) λόγου».[27]

Παρόλο που οφείλει να αναγνωριστεί η ανάδυση νέων μορφών κριτικής, η επικαιρική κριτική αποτελεί, όπως σημειώνουν οι μελετητές, και κατά τη μεταπολεμική περίοδο το κυρίαρχο είδος κριτικής, το οποίο εξακολουθεί να ασκεί σημαντική επίδραση στο γούστο του ευρύτερου αναγνωστικού κοινού. Σημειώνεται έτσι πως «ο ιμπρεσιονισμός, σαν μια διαδικασία ταύτισης του κριτικού υποκειμένου με τον συγγραφέα φαίνεται να διασχίζει και τον μεταπόλεμο. Θα ήταν ωστόσο άδικο να μην ομολογήσουμε το ξεμύτισμα ορισμένων νέων τάσεων, που ξεπήδησαν αρχικά δειλά και ασπόνδυλα, αργότερα περισσότερο θαρραλέα και προγραμματικά όχι από ομάδες, αλλά από τα περιοδικά μας».[28]     

Η κριτική της ποίησης και του πεζού λόγου της εποχής αυτής ασκήθηκε κατά βάση από εκπροσώπους προηγούμενων γενεών, ως επί το πλείστον με κριτικά σημειώματα στον ημερήσιο και περιοδικό τύπο με την αφορμή κυκλοφορίας νέων βιβλίων. Κριτικοί όπως οι Αιμ. Χουρμούζιος, Π. Σπανδωνίδης, Π. Χάρης, Β. Βαρίκας, Α. Καραντώνης, Κλ. Παράσχος, Γ. Χατζίνης και αρκετοί άλλοι εξακολουθούν να κρατούν τις στήλες κριτικής των σημαντικότερων λογοτεχνικών περιοδικών κι εφημερίδων των μεταπολεμικών χρόνων. Ανάμεσα σ’ αυτά, το μακροβιότερο κι ένα από τα σπουδαιότερα όλων, η Νέα Εστία. Όπως θα διαπιστωθεί και από τα επόμενα κεφάλαια, συνεργάτες της υπήρξαν οι περισσότεροι από τους μεσοπολεμικούς και μεταπολεμικούς κριτικούς, οι οποίοι με βάση τα όσα αναφέρθηκαν για την ισχύ της προσωποπαγούς κριτικής στο μεγαλύτερο υπό εξέταση χρονικό διάστημα, άσκησαν καθοριστική επίδραση τόσο στην παρακολούθηση και αξιολόγηση νέων τάσεων και ρευμάτων σε ποίηση και πεζογραφία, καθώς και σε ζητήματα που άπτονται της ίδιας της κριτικής. Αποτελώντας τελικά έναν σημαντικό φορέα διαλόγου για την ίδια τη φύση της «δέκατης Μούσας»,[29] τον ρόλο και την αξία της προσφοράς της, καθώς και την αναζήτηση των κατάλληλων μεθοδολογικών εργαλείων (με παράλληλη παρακολούθηση των τάσεων της κριτικής σε άλλες χώρες της Ευρώπης και στην Αμερική), η Νέα Εστία αντικατοπτρίζει από τις σελίδες της την εξέλιξη της νεοελληνικής κριτικής.           


 

Αναφορές

[1] Καράογλου, «Ο Δημήτρης Νικολαρεΐζης και η κριτική της κριτικής», ό.π. (σημ. 42), σ. 507. Αντίθετα ο Τζιόβας υποστηρίζει ότι η έλλειψη προβληματισμού πάνω στην έννοια της κριτικής είναι «ένα από τα στοιχεία που φανερώνουν τη χαμηλή υπόληψη ανάμεσα στις διανοητικές ενασχολήσεις», υπογραμμίζοντας ότι «είναι ελάχιστα τα κείμενα γραμμένα από Έλληνες κριτικούς, που αναφέρονται αποκλειστικά στη φύση της κριτικής και συζητούν στοιχειώδεις αλλά καίριες απορίες αναφορικά με τη λειτουργία της, τα κριτήρια και τον τρόπο άσκησής της». Δημήτρης Τζιόβας, Μετά την αισθητικήΘεωρητικές δοκιμές και ερμηνευτικές αναγνώσεις της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Αθήνα, Οδυσσέας, 22003, σ. 323 [στο εξής: Τζιόβας, Μετά την αισθητική]. Θεωρεί έτσι ότι σε σχέση με τις πολυάριθμες συζητήσεις του διεθνούς χώρου τα αντίστοιχα ελληνικά δημοσιεύματα υπήρξαν σποραδικά.     

[2] Βενετία Αποστολίδου, «Η συγκρότηση της νεοελληνικής φιλολογίας και ο Λίνος Πολίτης: ποίηση, κριτική και επιστήμη», στο: Ο λόγος της παρουσίας, τιμητικός τόμος για τον Παν. Μουλλά, επιμ.: Μαίρη Μικέ, Μίλτος Πεχλιβάνος, Λίζυ Τσιριμώκου, Αθήνα, Σοκόλης, 2005, σ. 45 και 49. Η εισαγωγή της διδασκαλίας της λογοτεχνίας στην ανώτατη εκπαίδευση αποτέλεσε πρωτίστως, σύμφωνα με τους μελετητές, αφορμή αντιπαραθέσεων στην Ευρώπη και στην Αμερική. Βλ. ενδεικτικά την επισήμανση του Καράογλου ότι «από τη μια πλευρά η εισαγωγή της διδασκαλίας της λογοτεχνίας στην ανώτατη εκπαίδευση οδήγησε στη διαμόρφωση της επιστημονικής (φιλολογικής) κριτικής, ενώ από την άλλη πλευρά, κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, η πανεπιστημιακή κριτική κατηγορήθηκε (ακόμα και από το εσωτερικό της) για συντηρητισμό, ότι δεν ασχολιόταν με τη σύγχρονή της λογοτεχνία». Καράογλου, «Ο Δημήτρης Νικολαρεΐζης και η κριτική της κριτικής», ό.π. (σημ. 42), σσ. 517-518. Με τη διδασκαλία της λογοτεχνίας στα πανεπιστήμια της Αγγλίας σχετίζεται και η κατηγορία της «πρακτικής κριτικής», (practical criticism). «Πρακτική κριτική» είναι σύμφωνα με τους  John Peck και Martin Coyle «η άσκηση στην οποία δίνεται στους φοιτητές ένα ποίημα, ή απόσπασμα πεζού που δεν έχουν δει ξανά και τους ζητείται να γράψουν μία κριτική ανάλυση αυτού». John Peck & Martin Coyle, Practical Criticism, how to write a critical appreciation, New York, Palgrave, 1985, p. 3.  Ανατρέχοντας οι Peck και Coyle στην ιστορία του όρου, επισημαίνουν ότι η διδασκαλία της αγγλικής λογοτεχνίας στα πανεπιστήμια, ξεκίνησε στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου τον 18ο αιώνα. 

[3] Κώστας Παπαγεωργίου, «Κριτική της Ποίησης: 1900-1920», στο: Πρακτικά δευτέρου συμποσίου ποίησης, Πανεπιστήμιο Πατρών 2-4 Ιουλίου 1982, επιμ. Σωκρ. Λ. Σκαρτσής, Αθήνα, Γνώση, 1983,  σ. 279.  

[4] Δύο από τους σημαντικότερους τόμους για το πολύπλευρο ζήτημα της «κριτικής της κριτικής» είναι οι εξής: Νεοελληνική Κριτική, επιμέλεια: Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου-Διον. Ζακυθηνού – Ε. Π. Παπανούτσου, Αθήνα, Αετός/Ζαχαρόπουλος, 1959 (Βασική βιβλιοθήκη, αρ. 42), καθώς και: Η Κριτική στη Νεότερη Ελλάδα, Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας/Ίδρυμα Σχολής Μωραϊτη, Αθήνα, 1981.

[5] Η έρευνα των Μακεδονικών Ημερών ξεκίνησε από το τχ. 8 (Οκτώβριος 1932). Για μια σύντομη παράθεση των βασικότερων απόψεων που διατυπώθηκαν στην έρευνα βλ. και Αλέξανδρος Αργυρίου, Ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας και η πρόσληψή της στα χρόνια του Μεσοπολέμου (1918-1940), τόμ Α΄, Αθήνα, Καστανιώτης, 2001, σσ. 441-450.  Ο Αργυρίου υποστηρίζει ότι με την έρευνα αυτή «τίθεται έμμεσα υπό αμφισβήτηση η αθηναϊκή κριτική ή έστω ελέγχεται η απόδοσή της», σ. 441.

[6] Τέλλος Άγρας, στην έρευνα των Μακεδονικών Ημερών με θέμα: H θέση της κριτικής στην  Ελλάδα, τχ. 8 (Οκτώβριος 1932) 267. 

[7] Γ. Κοτζιούλας, στην έρευνα των Μακεδονικών Ημερών, ό.π., τχ. 10-11 (Δεκέμβριος 1932-Ιανουάριος 1933) 346. 

[8] Η έρευνα του περιοδικού Ξεκίνημα άρχισε από το τχ. 16 (Απρίλιος 1934) και συνεχίστηκε σε ένα μόνο ακόμα τεύχος [τχ. 18 (Ιούνιος 1934)]. 

[9] Δημ. Μπόγρης, στην έρευνα του περιοδικού Ξεκίνημα, τχ. 16 (Απρίλιος 1934) 19.

[10] Χωρίς, ωστόσο, να υποτιμώνται τα προανακρούσματα της «αυτοσυνείδησης της ελληνικής κριτικής, μέσω σημαντικότατων κειμένων που δημοσιεύτηκαν ώς τις αρχές του 20ού αιώνα, όπως ενδεικτικά το “Περί συγχρόνου εν Ελλάδι κριτικής”, του Εμμανουήλ Ροΐδη και “Ο νέος κριτικός” του Άγγελου Βλάχου, από τη διαμάχη Ροΐδη και Βλάχου». (Βλ. Άπαντα, φιλολογική επιμέλεια Άλκης Αγγέλου, Αθήνα, Ερμής, 1978, τ. 2, 246-285). Καράογλου, «Ο Δημήτρης Νικολαρεΐζης και η κριτική της κριτικής», ό.π. (σημ. 42), σ. 515. Ο Καράογλου καταγράφει και μια σειρά επιπρόσθετων κειμένων (11 στο σύνολο) αντιπροσωπευτικών του προηγηθέντος του μεσοπολέμου περί κριτικής διαλόγου. Έτος-σταθμό για την έναρξη του προβληματισμού γύρω από την έννοια της λογοτεχνικής κριτικής θεωρεί ο Κώστας Παπαγεωργίου, το 1874, όταν ο Αλέξανδρος Ραγκαβής αναφερόμενος στις κρίσεις των επιτροπών των ποιητικών διαγωνισμών -πριν τη διαμάχη Ροΐδη-Βλάχου- διαπιστώνει την παντελή έλλειψη αντικειμενικής κριτικής. Βλ. Κώστας Παπαγεωργίου, «Κριτική της ποίησης: 1900-1920», στο: Πρακτικά δεύτερου συμποσίου ποίησης, Πανεπιστήμιο Πατρών 2-4 Ιουλίου 1982, επιμ. Σωκρ. Λ. Σκαρτσής, Αθήνα, Γνώση, 1983, σσ. 273-281.   

[11] Τζιόβας, Μετά την αισθητική, ό.π. (σημ. 52), σ. 321. Ο Τζιόβας, καθώς και άλλοι μελετητές, σημειώνουν ως τη μοναδική Ιστορία της νεοελληνικής κριτικής αυτή του Άριστου Καμπάνη το 1935, «η οποία ωστόσο παρουσιάζει περισσότερο τα χαρακτηριστικά ιστορίας του γλωσσικού ζητήματος, παρά της νεοελληνικής κριτικής», όπως επισημαίνει ο Τζιόβας, σ. 324. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Ιστορία της νέας ελληνικής κριτικής του Καμπάνη, δημοσιεύτηκε ως παράρτημα της Νέας Εστίας, το 1935. Μάλιστα σε σύντομο σημείωμά του στο τχ. 196 (15.2.1935), ο Καμπάνης υπερασπίζεται το έργο του, τονίζοντας την απουσία συνθετικών έργων για τη μελέτη της νεοελληνικής λογοτεχνίας, όπως «μια γενική κριτική βιβλιογραφία».

[12] Τέλλος Άγρας, «Η κριτική είναι βλαβερή», Φιλολογική Κυριακή, τχ. 10 (26.12.1943) 156. Στο ίδιο άρθρο ο Άγρας υποστηρίζει ότι «η συστηματική, η αυτοτελής φιλολογική κριτική, καθώς την ξέρομε σήμερα, καθώς μας φαίνεται μάλιστα σήμερα απαραίτητη, είναι δημιούργημα μόλις των τελευταίων εβδομήντα-ογδόντα χρόνων». Και αμέσως μετά: «Αν δε γελιέμαι, το βιβλίο του Βιλλεμαίν, με τον τίτλο “Συνθετικός πίναξ της φιλολογίας του 19ου αιώνος” στάθηκε το πρώτο-πρώτο κριτικό φιλολογικό δοκίμιο. Αλλά τα περισσότερα από τα μεγάλα ονόματα που αναφέρει, είχαν βέβαια επιβληθεί πριν απ’ αυτό, καθώς πριν από την Ποιητική του Αριστοτέλη είχαν επιβληθεί οι μεγάλοι τραγικοί», σ. 156. 

[13] Τάκης Καγιαλής, Η επιθυμία για το Μοντέρνο. Δεσμεύσεις και αξιώσεις της λογοτεχνικής διανόησης στην Ελλάδα του 1930, Αθήνα, Βιβλιόραμα, 2007, σ. 30 [στο εξής: Καγιαλής, Η επιθυμία για το Μοντέρνο].   

[14] Βλ. και παρακάτω (ενότητα 2.4) για τις αντιδικίες κριτικών και κρινόμενων, με αφορμή τις βιβλιοκρισίες της Νέας Εστίας.

[15] Βλ. Κοτζιούλας στην έρευνα των Μακεδονικών Ημερών, ό.π. (σημ. 58), σ. 351. Καθολική είναι η αναγνώριση της διαχρονικής αντιπαλότητας κριτικών και κρινόμενων. Όπως σημειώνει ο Π. Καλογερίκος: «Οι συγγραφείς και οι κριτικοί είναι οι μοιραίοι εχθροί, καταδικασμένοι να προσφέρουν  αμοιβαία διαφόρων ειδών υπηρεσίες […] αυτή η αμοιβαία εξάρτησις είναι η πραγματική αιτία της εχθρότητος». Βλ. Κ. Π. Καλογερίκος, «Κριτική και Κριτικοί», Τα Παρασκήνια, φ. 45 (25.3.1939) 4.  

[16] Ηλίας Φ. Ηλιού, «Πώς γράφεται στην Ελλάδα η κριτική, Συνταγή στο νέο μου φίλο Α. Β.», στο: Κριτικά κείμενα για την τέχνη 1925-1937, πρόλογος Παν. Μουλλάς, Αθήνα, Θεμέλιο, 2005, σ. 25. Ο Ηλιού υπογράφει με το ψευδώνυμο «Επαρχιώτης». Το άκρως αιχμηρό ύφος του κειμένου με το οποίο ο Ηλιού κατακεραυνώνει τους κριτικούς, επιβεβαιώνεται στον επίλογο: «Όμως, αν ύστερ’ απ’ όλ’ αυτά νιώθεις πως σου κόβεται η όρεξη για ένα τέτοιο επάγγελμα, γιατί βλέπεις πόσο τιποτένια και ταπεινά μέσα χρειάζεται και τι απόδοση έχει, αν αισθάνεσαι μέσα σου ψυχή θαρραλέα κι αντρίκια, άλλο δρόμο θα σου δείξω εγώ, πιο ίσιο και μα πιο τραχύ. Λέγε με θάρρος και αντρισμό την αλήθεια όπως τη νιώθεις, απλή και σκέτη, για ό,τι διαβάζεις, για όποια ιδέα συναντάς», σ. 32.    

[17] Καράογλου, «Ο Δημήτρης Νικολαρεΐζης και η κριτική της κριτικής», ό.π. (σημ. 42), σ. 517.  

[18] Άλκης Θρύλος, Συζητήσεις με τον εαυτό μου, Αθήνα, Δίφρος, 1961, σ. 325. 

[19] Π. Καλογερίκος, «Κριτική και Κριτικοί», Τα Παρασκήνια, φ. 48 (15.4.1939) 4. 

[20] Γ. Ι. Φουσάρας, «Η κριτική και οι κριτικοί», Νέα Εστία, τχ. 703 (15.10.1956) 1404.   

[21] Κλέων Παράσχος, «Κριτικολογία», Νέα Εστία, τχ. 487 (15.10.1947) 1257.

[22] Τζιόβας, Μετά την αισθητική, ό.π. (σημ. 52), σ. 328.  

[23] Ό.π., σ. 328.  

[24] Όπως σημειώνει η Φαρίνου για τον Ξενόπουλο: «το ζωηρό ενδιαφέρον για τις συνθήκες άσκησης και τις μεθόδους της λογοτεχνικής και θεατρικής κριτικής ή για την ανυπαρξία τους μπορεί εύκολα να το συναγάγει κανείς από τους σχετικούς και μόνο τίτλους της αρθρογραφίας του Ξενόπουλου». (βλ. και πριν, σ. 19, για τη σχέση του Ξενόπουλου με Γάλλους κριτικούς). Βλ. Φαρίνου, Ξενόπουλος: επιλογή κριτικών κειμένων, ό.π. (σημ. 20), σ. 13. Αντίστοιχη διαπίστωση ισχύει και για τον Χάρη.       

[25] Αντίστοιχα με τη μεσοπολεμική περίοδο και στα μεταπολεμικά χρόνια οι έρευνες των περιοδικών  για την κριτική αποτελούν δείκτη του ενδιαφέροντος της πνευματικής ζωής γύρω από το ζήτημα του ρόλου της. Ενδεικτικά αναφέρεται η έρευνα του περιοδικού Νέα Πορεία με τίτλο: Συζήτηση πάνω στο πρόβλημα της σύγχρονης κριτικής, από τον Ιούνιο του 1961 (τχ. 76) έως τον Ιούλιο-Άυγουστο του ίδιου χρόνου (τχ. 77-78), καθώς και η έρευνα του περιοδικού Γράμματα και Τέχνες με τίτλο: Η λογοτεχνική κριτική στην Ελλάδα, τον Ιανουάριο του 1984 (τχ. 25). 

[26] Καρτσάκης, Μεταπολεμική κριτική και ποίηση, ό.π. (σημ. 1), σ. 34.

[27] Ό.π., σ. 35.

[28] Γιώργης Αριστηνός, «Προβλήματα νεοελληνικής κριτικής κατά την τελευταία εικοσαετία», στα: Πρακτικά Δεύτερου Συμποσίου Ποίησης, Πανεπιστήμιο Πατρών, 2-4 Ιουλίου 1982, επιμ. Σωκρ. Λ. Σκαρτσής, Αθήνα, Γνώση, 1983, σ. 317.

[29] Τον χαρακτηρισμό έδωσε ο Δανός κριτικός Georg Brandès (1842-1927). Συχνά χρησιμοποιείται από τους μελετητές σε κείμενά τους για την κριτική. Ενδεικτικά αναφέρω τον τόμο του Παναγιώτη Μουλλά, Η δέκατη μούσα. Μελέτες για την κριτική, Αθήνα, Σοκόλης, 2001.