Από το πρώτο κιόλας τεύχος της Νέας Εστίας, ο Γρηγόριος Ξενόπουλος –ιδρυτής και πρώτος διευθυντής της, από τις 15.4.1927 έως και τις 15.12.1932 (από την 1.1.1933 έως την 1.12.1934 συνδιευθύνει με τον Πέτρο Χάρη)– διευκρινίζει στο προγραμματικό του σημείωμα ότι εκείνο το τμήμα του περιοδικού που τιτλοφορείται «Τo δεκαπενθήμερον», «θα είναι χωριστόν από τ’ άλλο περιεχόμενον του τεύχους. Διότι αυτό θα περιλαμβάνει γενικώς ειδήσεις, πληροφορίας και συντόμους κριτικάς επί προσφάτων γεγονότων και δημοσιευμάτων».[1] Στο «Δεκαπενθήμερο», λοιπόν, σταθερή θέση, ανάμεσα στις στήλες με την κριτική που αφορά πολλαπλούς τομείς της πνευματικής ζωής, όπως το θέατρο, τον κινηματογράφο, τη μουσική, τη ζωγραφική κ.ά. καταλαμβάνει και η στήλη με τα κριτικά σημειώματα για νεοεκδοθέντα βιβλία, που από το δεύτερο τεύχος φέρει τον τίτλο: «Τα Βιβλία».[2]   Στο πρώτο τεύχος η στήλη αυτή δεν παρουσιάζει την καθιερωμένη μετέπειτα μορφή της. Έχουμε μια απλή παρουσίαση των προσφάτως εκδοθέντων βιβλίων με ελάχιστα σχόλια για καθένα από αυτά.[3] Με αυτή τη μορφή της –δηλαδή, την απλή καταγραφή των νέων εκδόσεων– η στήλη επανέρχεται με τον τίτλο «Νέα Βιβλία», στο τεύχος 21/45 (1.11.1928), για να συμπληρώσει μαζί με τη στήλη των βιβλιοκρισιών την παρακολούθηση των νεοεκδοθέντων βιβλίων πολλαπλών κατηγοριών.[4] Ιδιαίτερα σημαντικό, ωστόσο, στο πρώτο αυτό τεύχος της Νέας Εστίας είναι το προγραμματικό σημείωμα του Ξενόπουλου που προηγείται της παρουσίασης των νέων βιβλίων. Στο σημείωμά του ο Ξενόπουλος καθορίζει ουσιαστικά τον τρόπο επιλογής των απεσταλμένων προς κρίση βιβλίων. Αναφέρει έτσι ότι:


Οι κκ. Εκδόται ημπορούν να μας στέλλουν απλήν σημείωσιν των νέων των εκδόσεων, κατά δεκαπενθήμερον ή κατά μήνα. Θα την δημοσιεύομεν ευχαρίστως εις την στήλην αυτήν. Όσο διά τα βιβλία, τα οποία οι συγγραφείς των θα επεθύμουν και να κριθούν, πρέπει να μας στέλλουν και από έν αντίτυπον. Πάλιν όμως δεν θα κάμνομεν λόγον παρά διά βιβλία τα οποία, κατά την κρίσιν μας, αξίζουν.

 

 Από το δεύτερο τεύχος, η στήλη «Τα Βιβλία» καθιερώνεται ως η κατεξοχήν στήλη με τα βιβλιοκριτικά σημειώματα. Έκτοτε, κατέχει σταθερή αλλά όχι ανελλιπή θέση σε κάθε τεύχος. Σε αρκετές περιπτώσεις απουσιάζει είτε λόγω έλλειψης χώρου (ή/και χρόνου) όπως συχνά τονίζεται,[5] είτε όταν τα τεύχη είναι αφιερωμένα σε κάποιο πρόσωπο ή θέμα της νεοελληνικής λογοτεχνίας (οπότε και απουσιάζει συνήθως ολόκληρο το «Δεκαπενθήμερο»), είτε στα χριστουγεννιάτικα τεύχη, που από το τέλος του 1930 γίνονται αυτόνομα (οπότε και πάλι απουσιάζει εντελώς το «Δεκαπενθήμερο»).[6] Για την απουσία της στήλης παρέχεται, τις περισσότερες φορές, διευκρινιστικό σημείωμα, κυρίως στο σώμα του «Δεκαπενθημέρου», ενίοτε όμως και στη στήλη της «Αλληλογραφίας».[7] Να σημειωθεί επίσης, ότι από το τχ. 690 (1.4.1956) συναντούμε πολύ σύντομες σε έκταση βιβλιοκρισίες, για μη λογοτεχνικά –κατά κύριο λόγο– βιβλία και στο τμήμα εκείνο του «Δεκαπενθημέρου» που τιτλοφορείται «Επικαιρότητες», όχι μόνο δηλαδή στην καθιερωμένη στήλη «Τα Βιβλία».[8]

 Η έκταση της στήλης κυμαίνεται συνήθως στις 3 με 6 σελίδες σε κάθε τεύχος (Βλ. και Πίνακα 1 για τον Μέσο Όρο που καταλαμβάνει η στήλη ανά έτος).  Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις στις οποίες, λόγω της απουσίας της σε κάποιο τεύχος, καταλαμβάνει περισσότερες σελίδες στο επόμενο, φτάνοντας να καλύπτει ορισμένες φορές ακόμα και το 1/3 της συνολικής έκτασης του τεύχους.[9] Τις συσσωρευμένες βιβλιοκρισίες που καταλαμβάνουν σημαντικό μέρος του «Δεκαπενθημέρου», συνοδεύει συνήθως σημείωμα των διευθυντών που παρέχει εξηγήσεις για την κατάληψη μεγαλύτερου χώρου στο τεύχος. Πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το σημείωμα του Χάρη, που αιτιολογεί τη μεγάλη έκταση που καταλαμβάνει η στήλη της κριτικής του βιβλίου στο τεύχος 303 (1.8.1939),  την ώρα που τα μηνύματα του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου αρχίζουν να κυριαρχούν στην επικαιρότητα.


Η κριτική του βιβλίου οφείλει να χει κάτι το θετικότερο, κάτι το οριστικότερο, θα έλεγα, από την κριτική κάθε άλλης πνευματικής εκδηλώσεως, του θεάτρου, λ.χ., που πρέπει να γίνει μέσα σε λίγες ώρες […] Έπειτα, το βιβλίο είναι το λιγότερο επίκαιρο και γι’ αυτό ίσως το διαρκέστερο είδος πνευματικής εργασίας […]  Αλλ’ οι επικαιρότητες κάποτε περνούν ή λιγοστεύουν και η κριτική του βιβλίου έχει το χώρο της. Της τον δίνουμε με ακλόνητη πάντα την πεποίθησή μας για τη μεγάλη χρησιμότητά της. Ελπίζουμε ότι με την ίδια διάθεση της τον δίνουν και οι αναγνώστες μας, που ξέρουν πώς γίνεται στη Νέα Εστία η κριτική του βιβλίου.[10]

 

Ως προς την έκταση παρατηρούμε ότι τα περισσότερα σημειώματα δεν ξεπερνούν συνήθως τις 2 με 3 σελίδες, ανεξαρτήτως του είδους του βιβλίου που κρίνεται,[11] όχι ωστόσο εντελώς ανεξάρτητα και από τον κριτικό. Έτσι, όπως θα διαπιστωθεί και σε επόμενο κεφάλαιο, στο πλαίσιο του ορισμένου χώρου που αφιερώνεται σε κάθε τεύχος στις βιβλιοκρισίες, η έκταση της καθεμίας ποικίλλει ανά κριτικό. Σημειώνω, τέλος, ότι η αλλαγή στη διεύθυνση το 1935 δεν επιφέρει ουσιαστικές τροποποιήσεις στην έκταση τόσο της στήλης «Τα Βιβλία», όσο και σε αυτή του εκάστοτε βιβλιοκριτικού σημειώματος, καθώς επίσης, όπως θα δούμε και στη συνέχεια, στη μορφή τους.

Τα κριτικά σημειώματα καλύπτουν πολλαπλές κατηγορίες των νεοεκδοθέντων  βιβλίων και συγκεκριμένα αφορούν: ποιητικές συλλογές, μυθιστορήματα, διηγήματα, δράματα, χρονικά, ταξιδιωτικά βιβλία, βιβλιογραφίες λογοτεχνών, μεταφράσεις έργων ξένων συγγραφέων, καθώς επίσης (σπανιότερα) και μεταφράσεις έργων ελλήνων συγγραφέων σε άλλη γλώσσα,[12] βιβλία ελλήνων λογοτεχνών γραμμένα σε άλλη γλώσσα,[13] μεταφράσεις έργων της αρχαίας γραμματείας, μελέτες για νεοελληνικά έργα και έργα της βυζαντινής και αρχαίας γραμματείας, καθώς επίσης και μελέτες για γενικότερα ζητήματα της πνευματικής ζωής (όπως βιβλία για το «γλωσσικό ζήτημα»). Επίσης, βιβλία θρησκευτικού περιεχομένου, βιβλία ιστορίας, τέχνης, λαογραφίας, συλλογές δημοτικών τραγουδιών και παιδικά βιβλία. Παρουσιάζονται και κρίνονται στη στήλη αυτή ακόμα και νεοεκδοθέντα περιοδικά.[14]

Η μορφή των σημειωμάτων διατηρείται επίσης διαχρονικά σταθερή, με ελάχιστες αλλαγές στη διάρκεια των ετών που εξετάζουμε. Παρατηρούμε ότι σταθερά παρατίθεται πρώτα το όνομα του συγγραφέα του βιβλίου και έπειτα ο τίτλος του μαζί με το είδος του (βλ., π.χ., τχ. 65, 1.9.1929, Μαριέττας Μινώτου: «Ζακυθινά Αγρολούλουδα», διηγήματα), το οποίο προσθέτει κάποιες φορές ο κριτικός ή το περιοδικό ακόμα κι όταν λείπει από τη σελίδα τίτλου του βιβλίου, καθώς επίσης (σπανιότερα) και ο εκδοτικός οίκος (βλ., π.χ., τχ. 97, 1.1.1931, Θράσου Καστανάκη, «Το μαστίγιο και οι πολυέλαιοι», διηγήματα. Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Ι. Δ. Κολλάρου και Σια) ή ο τόπος και ο χρόνος έκδοσης (βλ., π.χ., τχ. 139, 1.10.1932, Μιχ. Αργυροπούλου (Ρήγα Ραγιά): «Περασμένα και Τωρινά» (ποιήματα). Αθήναι, 1932). Από το 1928 (και συγκεκριμένα πρώτη φορά στο τχ. 19-43) συναντούμε στο ίδιο σημείωμα κριτική για περισσότερα από ένα βιβλία (βλ. τχ. 19-43, 1.10.1928, Μ. Καλλοναίου: Μαγδαληνές. –Γ. Κ. Σταμπολή: Ηδονικά Σονέττα. –Ι. Μοσχονά: Τα Δώδεκα Νησιά της Παφίας). Σε κάποιες περιπτώσεις, όπως αυτή του τεύχους 19-43, τα κρινόμενα βιβλία δεν διαχωρίζονται μέσα στο σημείωμα με τη χρήση κάποιου διακριτικού συμβόλου, ενώ σε άλλες περιπτώσεις (βλ., π.χ., τχ. 186, 15.9.1934) χρησιμοποιείται τυπογραφικό κόσμημα προκειμένου να διαχωρίσει την κριτική για το κάθε βιβλίο (συνεπώς άλλος ο αριθμός των κριτικών σημειωμάτων και άλλος αυτός των κρινόμενων βιβλίων).

Η μορφή αυτή του σημειώματος, που περιλαμβάνει περισσότερα από ένα κρινόμενα βιβλία, αφορά, ως επί το πλείστον, ποιητικές συλλογές οι οποίες δεν αποσπούν θετικά σχόλια και που, όπως πολλές φορές επισημαίνουν οι κριτικοί, «μοιάζουν γραμμένες από τον ίδιο άνθρωπο».[15] Μια πρώτη εξαίρεση αποτελούν τα 17 κριτικά σημειώματα του Ανδρέα Καραντώνη που φέρουν τον γενικό τίτλο: «Ποιητικές συλλογές» και κάποτε «Νέες ποιητικές συλλογές»,[16] και στα οποία περιλαμβάνονται (σε έκταση 3 με 5 σελίδων) συνήθως τα «ποιητικά φανερώματα που ξεχωρίζουν ανάμεσα σε λογής άλλα αδιάφορα ή ασήμαντα».[17] Τα σημειώματα αυτά διαφοροποιούνται και ως προς τη μορφή από τα υπόλοιπα, καθώς περιλαμβάνουν συνήθως απλή παρουσίαση των συλλογών με ελάχιστα συνοδευτικά σχόλια. Πρόκειται δηλαδή περισσότερο για βιβλιοπαρουσιάσεις παρά για βιβλιοκρισίες, ή, σύμφωνα με όρο που χρησιμοποιεί ο ίδιος, για «κριτικές συντομογραφίες».[18] Ο Καραντώνης είναι ο μόνος που διαφοροποιεί σε δύο ακόμα τεύχη την καθιερωμένη μορφή των κριτικών σημειωμάτων, χρησιμοποιώντας αντίστοιχους με τους παραπάνω γενικούς τίτλους: «Πανηγυρικά τεύχη για ποιητές» και «Εκδόσεις ΕΛΙΑ»,[19] χωρίς μάλιστα στην πρώτη από τις δύο περιπτώσεις να παρέχει τα στοιχεία των εκδόσεων που κρίνει (χρονολογία έκδοσης, εκδοτικό οίκο κλπ.). Δεύτερη εξαίρεση αποτελούν τα σημειώματα –όσα αφορούν περισσότερα του ενός βιβλία– του Ε. Ν. Μόσχου. Όπως ο ίδιος επισημαίνει σε βιβλιοκρισία του στο τχ. 1317 (15.5.1982):


Η συσσώρευση πολλών βιβλίων πάνω στο γραφείο μου και η ανάγκη για μιαν έγκαιρη, οπωσδήποτε, κριτικήν ενημέρωση των αναγνωστών της Νέας Εστίας, με αναγκάζει σήμερα να περιλάβω περισσότερα βιβλία στο κριτικό μου τούτο σημείωμα, παρά το ότι θα επιθυμούσα να μιλήσω πλατύτερα και γι’ αυτά. Πάντως το γεγονός ότι αναγκάζομαι να μιλήσω για τα βιβλία τούτα συνοπτικότερα, τίποτα απολύτως δεν υποδηλώνει αυτό για την αξία τους, ούτε θετικά, ούτε αρνητικά. Απλούστατα σημαίνει ότι ενδίδω στην ανάγκη να μιλήσω και να παρουσιάσω περισσότερα βιβλία, που δε θα πρέπει να περιμένουν περισσότερο πάνω στο γραφείο μου.  

Στο τέλος των κριτικών σημειωμάτων προστίθεται το όνομα του κριτικού που υπογράφει τη βιβλιοκρισία. Διευκρινίσεις για τη μέχρι το 1932 επιλογή του περιοδικού  να υπογράφουν οι τακτικοί κριτικοί με τα αρχικά τους, παρέχονται στο «Δεκαπενθήμερο» του τεύχους 16-40 (15.8.1928):[20]


Είναι ανάγκη να δηλώσωμεν και πάλιν –διότι βλέπομεν να γίνωνται διάφοροι παρεξηγήσεις– ότι οι τακτικοί συνεργάται του Δεκαπενθημέρου είναι οι Άλκης Θρύλος, Κλέων Παράσχος, Θράσος Καστανάκης, Πέτρος Χάρης, Τέλλος Άγρας, Μιχαήλ Στασινόπουλος, Ηλίας Βουτιερίδης, Σοφία Σπανούδη, Γεωργία Ταρσούλη και Γρηγόριος Ξενόπουλος, οι οποίοι, διά να μην επαναλαμβάνωνται εις κάθε σελίδα τα ίδια ονόματα, υπογράφουν με τα αρχικά των. Εκτάκτως όμως συνεργάζονται και άλλοι.


Από το πρώτο τεύχος του 1933 (υπενθυμίζεται ότι στη διεύθυνση του περιοδικού μπαίνει και ο Χάρης) οι κριτικοί δηλώνονται είτε, κάποιες φορές, με αρχικό το όνομα και πλήρες το επώνυμο ή με το πλήρες ονοματεπώνυμό τους. Σε εξαιρετικά σπάνιες περιπτώσεις δεν αναγράφεται το όνομα του κριτικού στο τέλος της βιβλιοκρισίας – προφανώς από τυπογραφικό λάθος– καθώς αυτό σημειώνεται στον Πίνακα Περιεχομένων του τεύχους.[21]

Τέλος, να σημειωθεί ότι σπάνιες είναι οι περιπτώσεις στις οποίες στη στήλη «Τα Βιβλία» (και όχι στη στήλη των «Επικαιροτήτων» που ενίοτε κρίνονται, όπως επισημάνθηκε, κυρίως επανεκδόσεις βιβλίων που είχαν κριθεί παλιότερα στη στήλη των «Βιβλίων») γράφονται κριτικά σημειώματα από διαφορετικούς κριτικούς για το ίδιο βιβλίο.[22] Όποτε συμβαίνει αυτό, παρέχεται συνήθως επεξηγηματικό σημείωμα  είτε από τους διευθυντές του περιοδικού (με τη μορφή: Σ. τ. Ν.Ε. = Σημείωμα της Νέας Εστίας), είτε από τους κριτικούς που γράφουν δεύτερη φορά για το ήδη κριθέν βιβλίο και αναφερόμενοι στο προηγηθέν σημείωμα αιτιολογούν την επιλογή τους. Οι εξαιρέσεις αυτές παραβιάζουν, θα λέγαμε, τη, σύμφωνα με τον Χάρη διατυπωμένη αρχή του περιοδικού, τα νέα βιβλία να κρίνονται μία μόνο φορά. Η διευκρίνιση δόθηκε (με τη γνωστή μορφή, ως «Σημ. τ. Νέας Εστίας» δηλαδή) στο κύριο σώμα του τχ. 1353 (15.11.1983) με αφορμή το κείμενο του Μακρή που τιτλοφορείται: «Ένα κριτικό έργο» και τη δήλωσή του ότι πρόκειται να αναφερθεί σε δύο βιβλία του Χάρη που είχαν κριθεί σε παλιότερα τεύχη.[23] Σε σημείωση της Νέας Εστίας διευκρινίζεται ότι:


Το κείμενο τούτο, μολονότι αναφέρεται και σε ορισμένες κριτικές εργασίες του κ. Πέτρου Χάρη, που έχουν κριθεί σε παλαιότερα τεύχη μας, προχωρεί σε γενικότερη θεώρηση του κριτικού του έργου κ’ έτσι μένει αμετακίνητη η συνήθεια του περιοδικού να κρίνονται μόνο μια φορά τα νέα βιβλία.


 

Αναφορές

[1] [Γρ. Ξενόπουλος], «Προς τους αναγνώστας», Νέα Εστία, τχ. 1 (15.4.1927) 3.

[2] Κατά το πρότυπο άλλων περιοδικών –και ιδίως των Παναθηναίων, των οποίων ο Ξενόπουλος υπήρξε βασικός συνεργάτης γράφοντας πρωτότυπα έργα, κριτικές μελέτες, ενώ κρατούσε συστηματικά και την κριτική θεάτρου– στα οποία η αντίστοιχη στήλη έφερε τίτλους, όπως: «Κριτικά Σημειώματα», «Βιβλιοκρισίες», «Κριτική Βιβλίου» κ.ά. Για τη σχέση του διευθυντή της Νέας Εστίας με τα Παναθήναια βλ. και Φαρίνου, Ξενόπουλος: επιλογή κριτικών κειμένων, ό.π. (σημ. 20), σ. 33. Επίσης, σε συσχέτιση της Νέας Εστίας και των Παναθηναίων προβαίνει ο Ξενόπουλος σε σημείωμά του για τον νέο τόμο του περιοδικού στο τχ. 85 (1.7.1930), στο οποίο αναφέρει: «Πολλοί σήμερα λένε: “Η Νέα Εστία είναι το μόνο λογοτεχνικό περιοδικό που απέμεινε”. Κάνουν όμως ένα μικρό λάθος: Η “Νέα Εστία” δεν είναι το μόνο που απέμεινε, αλλά το μόνο που ιδρύθηκε λογοτεχνικό περιοδικό, ύστερ’ από τη διακοπή της παλιάς εκείνης “Εστίας” και των “Παναθηναίων” του Μιχαηλίδη».   

[3] Την παρουσίαση υπογράφει ο Χάρης (με το αρχικό [Χ.]. Βλ. και παρακάτω για τα αρχικά των κριτικών). Δεν γίνεται διαχωρισμός των παρουσιαζόμενων βιβλίων σε ποίηση και πεζογραφία. Τέλος, εκτός από την παρουσίαση των νεοεκδοθέντων βιβλίων, γίνεται αναφορά και σε ένα υπό έκδοση βιβλίο: «Ο κύριος Δημοσθένης Βουτυράς αναγγέλλει την υπό του ιδίου έκδοσιν του σατυρικού του μυθιστορήματος Μέσα στην Κόλαση».   

[4] Η αξία της στήλης «Νέα Βιβλία» (καθώς αργότερα και του «βιβλιογραφικού δελτίου», βλ. παρακάτω, σ. 51) είναι αδιαμφισβήτητη, καθώς παρέχει ουσιαστικά έναν δεκαπενθήμερο κατάλογο των νέων εκδόσεων. Στον απολογισμό του «λογοτεχνικού 1928», ο Ξενόπουλος τη χρησιμοποιεί ως τεκμήριο της εκδοτικής άνθισης του έτους, σε αντίστιξη με τους «επιθεωρητές της λογοτεχνικής κινήσεως του 1928, οι οποίοι εις τας αθηναϊκάς εφημερίδας, εθρήνησαν πενίαν…». Ο Ξενόπουλος παρατηρεί ότι ο συντάκτης στον οποίο οι εφημερίδες αναθέτουν τον εκάστοτε απολογισμό «δεν αναφέρει παρά όσα θυμάται από τα λίγα που εδιάβασε. Κι’ επειδή θα του ήτο πολύ δύσκολον να διαβάσει εις μίαν ημέραν και τα επίλοιπα, ή έστω να εύρει και να ψάξει μερικούς καταλόγους, -π.χ. τα «Νέα Βιβλία» ενός έτους της «Νέας Εστίας»,- κάμνει το πολύ ευκολότερον ναρνηθεί τα πάντα». Βλ. τχ. 50 (15.1.1929).

[5] Βλ. π.χ. ενδεικτικά το σημείωμα στο «Δεκαπενθήμερο» του τχ. 49 (1.1.1929) «Διά να δώσωμεν εις το τεύχος τούτο ολόκληρον το αριστούργημα του Zahn “Ρόδα”, αναγκαζόμεθα ν’ αφήσωμεν διά το επόμενον πολλά του Δεκαπενθημέρου, προπάντων κριτικάς περί βιβλίων», σ. 33. Επίσης, στο «Δεκαπενθήμερο» του τχ. 314 (15.1.1940), στη στήλη «Τα Βιβλία», αντί των βιβλιοκρισιών υπάρχει το εξής σημείωμα: «Οι ανάγκες της επικαιρότητος μας υποχρεώνουν να μην περιλάβουμε στο τεύχος τούτο τις βιβλιοκρισίες που έχουμε έτοιμες. Στο ερχόμενο θα διατεθούν γι’ αυτόν το σκοπό πολλές σελίδες». 

[6] Εξαίρεση αποτελούν δύο τεύχη. Το τχ. 72 (15.12.1929), το τελευταίο δηλαδή του έτους, στο οποίο υπάρχει κανονικά τόσο το «Δεκαπενθήμερο» όσο και η στήλη με τις βιβλιοκρισίες, καθώς και το τχ. 1283 (Χριστούγεννα 1980), στο οποίο και πάλι βρίσκουμε κανονικά το «Δεκαπενθήμερο» και τη στήλη «Τα Βιβλία». 

[7] Βλ., π.χ., το σημείωμα στην «Αλληλογραφία» του τχ. 230 (15.7.1936), στο οποίο εξηγείται ότι λόγω της «μεγάλης έρευνας περί του αρχαίου ελληνικού πνεύματος και της ενδεχόμενης επιστροφής του», από τη συνηθισμένη ύλη του τεύχους περιλαμβάνονται μόνο οι συνέχειες των έργων, των οποίων η δημοσίευση άρχισε στο προηγούμενο, και απουσιάζει το «Δεκαπενθήμερο» με τα επιμέρους τμήματά του.  

[8] Κάποτε στο τμήμα των «Επικαιροτήτων» εντοπίζονται βιβλιοκρισίες και για λογοτεχνικά έργα, κυρίως όμως, σ’ αυτή την περίπτωση, γίνεται λόγος για επανεκδόσεις. Βλ., π.χ., ενδεικτικά το σημείωμα του Θεόδωρου Ξύδη για την επανέκδοση του Δωδεκάλογου του Γύφτου του Παλαμά στις «Επικαιρότητες» του τχ. 699 (15.8.1956). Να σημειωθεί ότι τις κριτικές αυτές γράφει συνήθως ο Δημήτρης Γιάκος. 

[9] Έτσι, για παράδειγμα, στο τεύχος 303 του 1939, η στήλη με τις βιβλιοκρισίες καταλαμβάνει 24 από τις 72 συνολικά σελίδες του. 

[10] Χ., «Η κριτική του βιβλίου», Νέα Εστία, τχ. 303 (1.8.1939) 1060.

[11] Εξαιρέσεις, στη διάρκεια των 60 ετών που μελετώ, αποτελούν τέσσερα κριτικά σημειώματα, εκ των οποίων τα τρία έχουν έκταση 10 σελίδων και το ένα 11 σελίδων. Το πρώτο είναι το δεκασέλιδο κριτικό σημείωμα της Έλλης Λαμπρίδη στο τχ. 256 (15.8.1937), για το βιβλίο του Α. Ρουσοπούλου, Προς ουσιαστικόν Λογισμόν και Τάξιν. Κατασκευάζειν και χαίρειν. Στην αρχή του σημειώματος διαβάζουμε: «Η κριτική τούτη είναι περίληψη και απόσταγμα από ένα είδος συνεχές σχόλιο από 35 πυκνογραμμένες σελίδες, που έγραψα όσο διάβαζα το βιβλίο του κ. Ρουσοπούλου». Το δεύτερο είναι το επίσης δεκασέλιδο σημείωμα του  Μαρίνου Καλλιγά στο τχ. 350 (1.8.1941) για το βιβλίο του Παντελή Πρεβελάκη, Ο Γκρέκο στη Ρώμη. Το τρίτο είναι το σημείωμα του Δημ. Κ. Παπακωνσταντίνου στο τχ. 1230 (1/10/1978) για το βιβλίο του Ανδρέα Καραντώνη, Φυσιογνωμίες Β΄. Τέλος, τέταρτο και μεγαλύτερο είναι άλλο ένα σημείωμα του Δημ. Κ. Παπακωνσταντίνου για τον έκτο τόμο των Ελλήνων Πεζογράφων του Χάρη στο τχ. 1315 (15.4.1982). Στα τρία τελευταία σημειώματα δεν υπάρχουν σχόλια των κριτικών που να εξηγούν τη μεγάλη έκταση, όπως είδαμε να συμβαίνει στο σημείωμα της Λαμπρίδη. 

[12] Βλ., π.χ., ενδεικτικά, στο τχ. 143/44 (1-15.12.1932) το κριτικό σημείωμα του Ευαγγ. Στ. Τζιάτζιου για τη μετάφραση στα αλβανικά του βιβλίου του Ξενόπουλου Κόκκινος Βράχος. Επίσης, στο τχ. 910 (1.6.1965), το κριτικό σημείωμα του Μιραμπέλ για τη γαλλική μετάφραση της ποιητικής συλλογής Sensation d’etre (ο μεταφρασμένος τίτλος) της Μαρίας Δ. Χανιώτη.  

[13] Πρόκειται, συνήθως, για ποιητικές συλλογές γραμμένες κυρίως στα γαλλικά. Ο Παράσχος κυρίως, που ως τακτικός κριτικός της ποίησης γράφει για τις συλλογές αυτές, υπογραμμίζει πάντα –με αρνητική συνήθως διάθεση– την προτίμηση των ελλήνων συγγραφέων, εγκατεστημένων στο εξωτερικό, να γράφουν σε άλλη γλώσσα και όχι στη μητρική τους. Βλ., π.χ., στο σημείωμά του στο τχ. 217 (1.1.1936),  για το βιβλίο του Αλέξανδρου Εμπειρίκου Physionomies tudes critiques): «Ας μην το κρύψω. Και μόνο που γράφω το τόσο ελληνικό όνομα Εμπειρίκος γαλλικά, όπως το βλέπω στο εξώφυλλο ενός βιβλίου γαλλικά γραμμένου, νιώθω ένα δυσάρεστο αίσθημα».   

[14] Βλ. ενδεικτικά τα κριτικά σημειώματα που γράφονται για τα περιοδικά: Ελληνικά, Θρακικά και Κρητικά στα τχ. 76 (15.2.1930), 77 (1.3.1930) και 87 (1.8.1930) αντίστοιχα. Ωστόσο, ανάλογα σημειώματα βρίσκουμε και στη στήλη «Περιοδικά κι’ Εφημερίδες», στήλη κατεξοχήν αφιερωμένη στην καταγραφή των «φιλολογικών δημοσιευμάτων και στην αναδημοσίευση αποσπασμάτων από τον Ω», όπως σημειώνει ο Καράογλου, των περιοδικών και των εφημερίδων που κυκλοφορούν την εκάστοτε χρονική περίοδο. Ερευνητική ομάδα – Χ. Λ. Καράογλου (εποπτεία), Περιοδικά Λόγου και Τέχνης (1901-1940). Αναλυτική βιβλιογραφία και παρουσίαση. Τόμος τρίτος: Αθηναϊκά περιοδικά (1934-1940), Θεσσαλονίκη, University Studio Press, 2007, σ. 22 [στο εξής: Ερευνητική ομάδα – Καράογλου, Περιοδικά Λόγου και Τέχνης, και αναγραφή του τόμου]. Βλ., π.χ., στο τχ. 148 (15.2.1933) το σημείωμα για το περιοδικό Σήμερα, το οποίο προκάλεσε αντιδράσεις από τη μεριά των ιδρυτών του περιοδικού, όπως θα δούμε και παρακάτω. Η προσφορά της στήλης «Περιοδικά κι Εφημερίδες» είναι ιδιαίτερα αξιόλογη, καθώς, μεταξύ άλλων, σε αυτήν καταγράφεται (τουλάχιστον μέχρι το 1935) η υποδοχή έργων από τους κριτικούς των σημαντικότερων εντύπων του περιοδικού και ημερήσιου Τύπου, γεγονός που μας επιτρέπει συγκρίσεις μεταξύ τους. Επίσης, ανάλογα κριτικά σημειώματα για περιοδικά εντοπίζονται κάποτε και στη στήλη «Επικαιρότητες» του «Δεκαπενθημέρου». Βλ. ενδεικτικά την παρουσίαση του περ. Κυκλαδικά στη στήλη «Επικαιρότητες» του τχ. 693 (15.5.1956).     

[15] Π., «Ποιήματα…», Νέα Εστία, τχ. 19/43 (1.10.1928) 905.

[16] Πρόκειται για τα εξής τεύχη: 765 (15.5.1959), 769 (15.7.1959), 770 (1.8.1959), 775 (15.10.1959),  783 (15.2.1960), 794 (1.8.1960), 969 (15.11.1967), 1049 (15.3.1971), 1054 (1.6.1971), 1055 (15.6.1971), 1057 (15.7.1971), 1060 (1.9.1971), 1069 (15.1.1972), 1151 (15.6.1975), 1192 (1.3.1977), 1195 (15.4.1977), 1209 (15.11.1977). Στο τχ. 797 (15.9.1960) χρησιμοποιεί τον τίτλο: «Πέντε νέες ποιητικές συλλογές», όμως κατ’ εξαίρεση με τις υπόλοιπες περιπτώσεις, σε αυτό το σημείωμα γίνεται λόγος για συλλογές «που προσφέρουν ελάχιστα πράγματα ή και τίποτε στην ίδια την ποίηση». Τέλος, στο τχ. 1049 (15.3.1971) χρησιμοποιεί τον τίτλο: «Ποιητικές μεταφράσεις», καθώς κρίνει μεταφράσεις ποιημάτων από ξένες γλώσσες.

[17] Ανδρέας Καραντώνης, «Ποιητικές Συλλογές», τχ. 765 (15.5.1959) 694.

[18] Σε κριτικό του σημείωμα για πλήθος ποιητικών συλλογών, κατά την προαναφερόμενη μορφή: «Ποιητικές συλλογές», του τχ. 1151 (15.6.1975), ο Καραντώνης δηλώνει πως θα ακολουθήσει –χωρίς απόλυτη επιδοκιμασία–  τη μέθοδο που εφάρμοσε συστηματικά ο Άλκης Θρύλος, «όταν παρακινημένος από άκρα επαγγελματική ευσυνειδησία, δεν εννοούσε ν’ αφήνει ασχολίαστο, έστω και με τρεις μόνο γραμμές ή μ’ έναν χαρακτηρισμό, καθένα από τα πεζογραφήματα και τα έμμετρα που του στέλναν όσοι καταπιανόνταν με τη λογοτεχνία. Έτσι, σε διάφορα περιοδικά και εφημερίδες δημοσίευε αυτές τις “κριτικές συντομογραφίες”, που τον βοηθούσαν να παρουσιάζει σε δυο στήλες π.χ. είκοσι ή και περισσότερα βιβλία. Αν αυτή η μέθοδος ικανοποιούσε τους κρινόμενους, είναι άλλο ζήτημα» (σ. 827).   

[19] Πρόκειται για τα τεύχη 1084 (1.9.1972) και 1294 (1.6.1981) αντίστοιχα.  

[20] Αλλά και στο τχ. 73 (1.1.1930),  βρίσκουμε το ίδιο περίπου σημείωμα. «Στο Δεκαπενθήμερο, οι συνεργάται υπογράφουν μόνο με τα αρχικά των. Αλλ’ αυτό, καθώς εξηγήσαμε κι άλλοτε, γίνεται μόνο για να μην επαναλαμβάνονται κάθε τόσο φαρδιά-πλατιά τα ίδια ονόματα. Τα ονόματα αυτά έχουν γίνει ήδη γνωστά στους παλαιούς αναγνώστας της “Νέας Εστίας”∙ αλλά πρέπει να τα ξαναπούμε κι εδώ για τους νέους» (σ. 45). Ο Αλέξανδρος Αργυρίου σχολιάζει την επιλογή αυτή του Ξενόπουλου για την υπογραφή των κριτικών με τα αρχικά τους ως εξής: «Λες και δεν ήθελε να προβάλλονται οι τακτικοί συνεργάτες του ιδιαίτερα και γι’ αυτό υπέγραφαν μόνο με τα αρχικά τους». Βλ. Αλέξανδρος Αργυρίου, Ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας και η πρόσληψή της στα χρόνια του Μεσοπολέμου (1918-1940), τόμ. Α΄, σ. 22, υποσημ. 35 [στο εξής: Αργυρίου, Ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας, και αναγραφή του τόμου].  

[21] Βλ. τα τεύχη 897 (15.11.1964) και 898 (1.12.1964). Στο τέλος των βιβλιοκρισιών παραλείπεται το όνομα του Χατζίνη, που βρίσκουμε όμως στον Πίνακα Περιεχομένων των προαναφερόμενων τευχών.

[22] Πρόκειται συγκεκριμένα για τα τεύχη: 82 (15.5.1930) και 86 (15.7.1930), στα οποία κρίνεται το βιβλίο Ρήγας ο Βελεστινλής του Φάνη Μιχαλόπουλου, από τους Ι. Μ. Παναγιωτόπουλο και Παράσχο αντίστοιχα∙ 131 (1.6.1932) και 135 (1.8.1932), στα οποία κρίνεται το βιβλίο της Β. Κυριακού-Μιτζωτάκη Οι Αδύναμοι, από τους Χάρη και Σοφία Αντωνιάδου αντίστοιχα∙ 308 (15.10.1939) και 310 (15.11.1939) στα οποία κρίνεται η ποιητική συλλογή Κύκνοι στο Λυκόφως του Γιώργου Γεραλή, από τον Μήτσο Παπανικολάου και τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη αντίστοιχα∙ 1214 (1.2.1978) και 1215 (15.2.1978), στα οποία κρίνεται η νουβέλα του Γιάννη Καμαρινάκη Η θαυμαστή Τριανταφυλλιά, από τους Καραντώνη και Ξεν. Ι. Καράκαλο, αντίστοιχα. Για τη διπλή κριτική για την ποιητική του συλλογή, ο Γεραλής στέλνει ευχαριστήρια επιστολή στον Χάρη (εντοπίστηκε στο αρχείο του Χάρη στο Ε.Λ.Ι.Α.). Βλ. και παρακάτω. 

[23] Πρόκειται για τον πρώτο τόμο του βιβλίου του Σαράντα χρόνια κριτικής του Ελληνικού πεζού λόγου, που είχε κριθεί στο τχ. 1301 (15.9.1981) από τον Καραντώνη και στους έξι τόμους των Ελλήνων  πεζογράφων, με αφορμή τον έκτο τόμο που κυκλοφόρησε το 1982 και κρίθηκε από τον Παπακωνσταντίνου στο τχ. 1315 (15.4.1982).