Η προσέγγιση του θέματος, λόγω και του προαναφερόμενου όγκου του υλικού (το σύνολο των κριτικών σημειωμάτων αγγίζει τις 3.650), απαίτησε την κατανομή της έρευνας σε διαφορετικά στάδια προκειμένου τα σημειώματα αρχικά να καταγραφούν και στη συνέχεια να μελετηθούν.
Συνεπώς, ένα πρώτο στάδιο αποτέλεσε η αποδελτίωση του υλικού (σε υπολογιστικά φύλλα excel) με στόχο να συγκεντρωθούν όλα τα βιβλιοκριτικά σημειώματα λογοτεχνικής κριτικής της Νέας Εστίας στην εξεταζόμενη εξηκονταετία. Ιδιαίτερα σημαντική στάθηκε σε αυτό το στάδιο η ψηφιοποίηση του περιοδικού από το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου (ΕΚΕΒΙ). Αξιοποιώντας έτσι τις δυνατότητες του ψηφιακού αποθετηρίου –και παρά τις ελλείψεις τευχών από τον ιστότοπο του ΕΚΕΒΙ–[1] επιτεύχθηκε η συγκέντρωση, καταγραφή και ταξινόμηση του υλικού σε πίνακες, με συμπληρωματική επιτόπια έρευνα στις βιβλιοθήκες του Τομέα Μεσαιωνικών και Νεοελληνικών Σπουδών του Α.Π.Θ. και της Κεντρικής Δημοτικής Βιβλιοθήκης Θεσσαλονίκης, για όσα τεύχη δεν έχουν ψηφιοποιηθεί. Η μέθοδος που επιλέχθηκε για τη συγκρότηση των πινάκων ήταν η χρονολογική καταγραφή (ανά έτος) των βιβλιοκρισιών ανά κριτικό και κρινόμενο συγγραφέα. Οι πίνακες περιλαμβάνουν έτσι: το έτος, τον τόμο, τον αριθμό κάθε τεύχους, τον κρινόμενο συγγραφέα, τον τίτλο του κρινόμενου βιβλίου, το λογοτεχνικό είδος στο οποίο ανήκει, τις σελίδες του εκάστοτε κριτικού σημειώματος,[2] καθώς και το σύνολο των σελίδων που καταλαμβάνει η στήλη των «Βιβλίων» σε κάθε τεύχος.
Σε ένα δεύτερο στάδιο της έρευνάς μου, προσπάθησα να εξαγάγω με βάση τα ποσοτικά δεδομένα των ολοκληρωμένων πινάκων, στατιστικά στοιχεία που αφορούσαν: τον μέσο όρο των σελίδων της στήλης ανά δεκαετία, τον αριθμό των κριτικών σημειωμάτων ανά έτος, τον αριθμό των κριτικών σημειωμάτων ανά κριτικό, τον αριθμό των κρινόμενων βιβλίων ανά κριτικό και τον αριθμό των κρινόμενων βιβλίων ανά είδος. Η ποσοτική ανάλυση των δεδομένων ήταν απαραίτητη για να σχηματιστεί μια κατά το δυνατόν ολοκληρωμένη εικόνα της σημασίας που είχαν η στήλη και οι συνεργάτες της για τους διευθυντές του περιοδικού.
Προκειμένου, ωστόσο, να διαπιστωθεί ακόμα πιο σφαιρικά και ολοκληρωμένα η θέση της στήλης των κριτικών σημειωμάτων, πρωτίστως για τους διευθυντές της Νέας Εστίας που ήταν οι κύριοι υπεύθυνοι για την πολιτική του περιοδικού ως προς την άσκηση της κριτικής και την επιλογή των συνεργατών, κρίθηκε απαραίτητο σε ένα τρίτο στάδιο να διερευνηθούν όσα στοιχεία υπήρχαν στη διάθεσή μας που θα μπορούσαν να φωτίσουν πτυχές των επιλογών τους. Έτσι, πραγματοποίησα καταρχάς έρευνα στο αρχείο του Πέτρου Χάρη που βρίσκεται στο ΕΛΙΑ, καθώς επίσης, σε επόμενες επισκέψεις, στα αρχεία του Τέλλου Άγρα και του Αντρέα Καραντώνη, δύο από τους βασικότερους συνεργάτες του περιοδικού. Η καταγραφή των συμπερασμάτων που προέκυψαν, κυρίως από τη μελέτη των επιστολών των προαναφερόμενων προσώπων, οδήγησαν στο επόμενο στάδιο που αφορά την ποιοτική πλέον ανάλυση των ερευνητικών δεδομένων.
Συνεπώς, στο τέταρτο στάδιο επιχειρήθηκε η μετάβαση από την ποσοτική στην ποιοτική ανάλυση των στοιχείων, δηλαδή στην αναλυτική μελέτη των βιβλιοκρισιών που περιλαμβάνονται στο πεδίο της έρευνας, προκειμένου να σχηματιστούν οι βασικοί άξονες στους οποίους θα κινούνταν η εργασία. Βασική διαπίστωση ήταν πως η κριτική του περιοδικού υπήρξε εν πολλοίς προσωποπαγής, με συνέπεια οι βασικοί άξονες να διαμορφωθούν ως εξής: μελέτη του υλικού στη χρονολογική του σειρά με κεντρικό άξονα τους κριτικούς του περιοδικού (με βασικό κριτικό για πολλά χρόνια και τον ίδιο τον Χάρη).
Καθώς όμως η κριτική τους δραστηριότητα μέσω της στήλης των βιβλιοκρισιών δεν ήταν η αποκλειστική τους ενασχόληση τόσο εντός όσο και εκτός της Νέας Εστίας, κρίθηκε απαραίτητη η μελέτη και του συνόλου των πνευματικών τους δραστηριοτήτων μέσα από άλλες στήλες. Μελετήθηκαν, έτσι, τα άρθρα τους (όσα αφορούσαν πρόσωπα και έργα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, καθώς και θέματα κριτικής) στο κύριο σώμα του περιοδικού, καθώς και τα σημειώματά τους σε άλλες στήλες του «Δεκαπενθημέρου». Στο πέμπτο αυτό στάδιο, μελετήθηκε επιπλέον η στήλη «Περιοδικά κι Εφημερίδες», στην οποία για αρκετά χρόνια υπήρχε καταγραφή των βασικότερων διατυπωμένων κρίσεων από κριτικούς άλλων περιοδικών κι εφημερίδων για νεοεκδοθέντα λογοτεχνικά έργα, παρέχοντάς μας έτσι μια εποπτεία της υποδοχή τους από τον περιοδικό και ημερήσιο τύπο. Η χρησιμότητα της στήλης (για το χρονικό διάστημα που παρείχε αυτές τις πληροφορίες) υπήρξε σημαντικό ερευνητικό εργαλείο που μου επέτρεψε συγκρίσεις μεταξύ των βιβλιοκρισιών της Νέας Εστίας και αντίστοιχες άλλων εντύπων.
Τέλος, στο έκτο στάδιο μετά την επεξεργασία των ποσοτικών και ποιοτικών δεδομένων που προέκυψαν, όπως αναφέρθηκε, από τη μελέτη των πινάκων, των βιβλιοκρισιών, των άρθρων των κριτικών του περιοδικού στο κύριο σώμα, των σημειωμάτων τους στο «Δεκαπενθήμερο» και της στήλης «Περιοδικά κι Εφημερίδες», μελετήθηκε η βιβλιογραφία για μια σειρά θεμάτων που θα αποτελούσαν τα κεφάλαια της εργασίας. Όπως θα διαπιστωθεί και από την ανάλυσή τους, συγκεντρώθηκε και μελετήθηκε βιβλιογραφία ελληνόγλωσση και ξενόγλωσση αναφορικά με τη βιβλιοκρισία ως είδος της λογοτεχνικής κριτικής. Αξιοποιήθηκε επίσης επιπλέον βιβλιογραφία σχετική με την κριτική της Νέας Εστίας, καθώς και με τα πρόσωπα που την ασκούσαν. Μία από τις δυσκολίες που κλήθηκα να αντιμετωπίσω στο σημείο αυτό ήταν η απουσία βιβλιογραφικών στοιχείων για αρκετούς από τους κριτικούς του περιοδικού, και ιδίως τους νεότερους. Για τη μερική έστω κάλυψη του κενού αυτού προσπάθησα να επικεντρωθώ στα κριτικά τους σημειώματα και στην υπόλοιπη εργογραφία τους στο περιοδικό, για την εξαγωγή συμπερασμάτων αναφορικά με τα αισθητικά και ιδεολογικά τους κριτήρια.
Η επεξεργασία του υλικού από το σύνολο των σταδίων της έρευνας οδήγησε με τη σειρά της στη διατύπωση των βασικών ερευνητικών ερωτημάτων που θα επιχειρηθεί να απαντηθούν στο πλαίσιο της εργασίας. Με βασικό αντικείμενο μελέτης τα σημειώματα λογοτεχνικής κριτικής, το πρωταρχικό ερώτημα αφορά το είδος αυτό του κριτικού λόγου. Ποια είναι τα κύρια χαρακτηριστικά του; Μπορεί να σχηματιστεί μια τυπολογία του είδους; Σε τι διαφέρει από συγγενή αλλά διακριτά είδη, όπως η φιλολογική κριτική και το κριτικό άρθρο; Ποιος είναι ο ρόλος του κριτικού της τρέχουσας λογοτεχνικής κριτικής; Τέλος, ποια είναι η σημασία του είδους στη μελέτη της λογοτεχνίας γενικά και της νεοελληνικής ειδικότερα;
Εστιάζοντας στα κριτικά σημειώματα της Νέας Εστίας, αρχικά ζητούμενα είναι η διερεύνηση της υποδοχής των έργων των σπουδαιότερων εκπροσώπων των ελληνικών γραμμάτων, καθώς επίσης και η συνακόλουθη σχέση περιοδικού και κριτικών με τα νέα ρεύματα και τις τάσεις τόσο στην ποίηση όσο και στην πεζογραφία. Άλλα ερωτήματα είναι: ποια και σε ποιο βαθμό ήταν η συμβολή της στήλης της Νέας Εστίας στη νεοελληνική κριτική για το λογοτεχνικό βιβλίο; Σε ποιο βαθμό επηρέασε τη φιλολογική έρευνα και τις γραμματολογίες; Αν, πόσο και πώς συνέβαλε στη διαμόρφωση του λογοτεχνικού κανόνα; Και τελικά, μπορεί πράγματι το περιοδικό αυτό και η κριτική του στήλη να θεωρηθούν ένας καθρέφτης της πορείας της νεοελληνικής κριτικής, όπου αποτυπώνονται οι εξελίξεις στον χώρο; Ή παρέμεινε, από ένα σημείο και μετά, ένα συστημικό, «ακαδημαϊκό» έντυπο που οι εξελίξεις το ξεπέρασαν;
Αναφορές
[1] Από την ψηφιοποιημένη Νέα Εστία λείπουν συνολικά 181 τεύχη: 25-36, 265-276, 337-373, 436-438, 459, 485-491, 564-587, 626, 648-656, 658-671, 724, 746, 840, 870, 957, 1089-1091, 1145-1146, 1176-1187, 1204-1211, 1356-1367, 1391, 1408-1415, 1470-1471, 1520, 1578, 1596, 1632, 1643, 1667, 1681, 1699. Βλ. και Βαρελάς, «Να μη βασκαθεί», ό.π. (σημ. 2).
[2] Σελίδες που καταλαμβάνει το σημείωμα στο κάθε τεύχος, με βάση τη σελιδαρίθμηση του περιοδικού.